Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Το προσκύνημα του Τσάϊλντ Χάρολντ - Μέρος 6ο


CHILDE HAROLD'S PILGRIMAGE

By Lord Byron




CANTO THE SECOND.

    ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ


Στο έκτο μέρος θα συνεχίσουμε την παρουσίαση της Δεύτερης Ωδής
 του ποιήματος. Επισημαίνουμε ότι από την στροφή 73  το προσκύνημα
του Τσάϋλντ Χάρολντ πραγματοποιείται στην κυρίως Ελλάδα.


LXVII.
   It chanced that adverse winds once drove his bark
   Full on the coast of Suli's shaggy shore,
   When all around was desolate and dark;
   To land was perilous, to sojourn more;
   Yet for awhile the mariners forbore,
   Dubious to trust where treachery might lurk:
   At length they ventured forth, though doubting sore
   That those WHO loathe alike the Frank and Turk
Might once again renew their ancient butcher-work.

LXVII. (67)
Συνέβη κάποτε, όταν ενάντιοι άνεμοι έριξαν το πλοίο του
κατ 'ευθείαν στις ακτές της δασοσκεπούς παραλίας του Σουλίου,
τότε σκοτάδι και ερημιά τον περικύκλωσαν από παντού σε εκείνα
τα φρικτά μέρη. Ήταν επικίνδυνο να κατευθυνθεί προς την στεριά,
αλλά ακόμη πιο επικίνδυνο ήταν να παραμείνει πάνω στα αγριεμένα
κύματα. Οι ναύτες δίστασαν για κάποιο χρόνο, μη τολμώντες
να προχωρήσουν σε τόπο που ίσως τους παραμονεύει κάποια προδοσία.
Τέλος αποφάσισαν να αποβιβασθούν στην ακτή, αν και σοβαρά
αμφέβαλαν ότι εκείνοι που απεχθάνονται το ίδιο Χριστιανούς και Τούρκους
θα μπορούσαν μια φορά ακόμη να ανανεώσουν τα παλιά τους αιμοσταγή ένστικτα.


LXVIII.
   Vain fear! the Suliotes stretched the welcome hand,
   Led them o'er rocks and past the dangerous swamp,
   Kinder than polished slaves, though not so bland,
   And piled the hearth, and wrung their garments damp,
   And filled the bowl, and trimmed the cheerful lamp,
   And spread their fare:  though homely, all they had:
   Such conduct bears Philanthropy's rare stamp—
   To rest the weary and to soothe the sad,
Doth lesson happier men, and shames at least the bad.

LXVIII. (68)
Μάταιοι φόβοι ! οι Σουλιώτες τους έδωσαν χέρι αδελφικό και τους οδήγησαν
 μέσα από τα βράχια και τα επικίνδυνα έλη, ευγενικότεροι από τους εκλεπτυσμένους δούλους,
αν και δεν ήταν τόσο βαρετοί, άναψαν φωτιά και στέγνωσαν τα βρεγμένα
 ρούχα τους, γέμισαν τα ποτήρια τους, άναψαν το χαροποιό φως του λυχναριού
και τους πρόσφεραν ένα απλό φαγητό, το μόνο που είχαν. Τέτοια φιλόξενη
 συμπεριφορά δεν είναι δείγμα της αληθινής φιλανθρωπίας ? Η περίθαλψη των δύστυχων
 ταλαιπωρημένων από τις απολίτιστες αυτές φυλές, η συμπαράσταση τους
 στις λύπες τους, δίνει ένα διδακτικό μάθημα στους πλέον πολιτισμένους
λαούς του κόσμου. Είθε να καταντροπιάσει τουλάχιστον τις καρδιές των κακών.


LXIX.    
   It came to pass, that when he did address
   Himself to quit at length this mountain land,
   Combined marauders half-way barred egress,
   And wasted far and near with glaive and brand;
   And therefore did he take a trusty band
   To traverse Acarnania forest wide,
   In war well-seasoned, and with labours tanned,
   Till he did greet white Achelous' tide,
And from his farther bank AEtolia's wolds espied.

LXIX. (69)
¨Όταν επρόκειτο να αποχαιρετήσει τα φιλόξενα και ορεινά αυτά μέρη,
 ληστρική συμμορία, συγκροτημένη για αρπαγή, κατέστησε
 την οδοιπορία επικίνδυνη, λεηλατούσε  όλα τα περίχωρα δια πυρός
 και σιδήρου. Έτσι, προσέλαβε πιστή συνοδεία
 από μάχιμους άνδρες, συνηθισμένους στην σκληραγωγία
 και μαζί με αυτούς διέσχισε τα εκτεταμένα δάση
 της Ακαρνανίας και δεν τους άφησε, παρά μόνο
όταν έφθασαν στα αργυρόχροα νερά του Αχελώου,
και από την απέναντι όχθη του διακρίνεται ο κόσμος της Αιτωλίας.


LXX.
   Where lone Utraikey forms its circling cove,
   And weary waves retire to gleam at rest,
   How brown the foliage of the green hill's grove,
   Nodding at midnight o'er the calm bay's breast,
   As winds come whispering lightly from the west,
   Kissing, not ruffling, the blue deep's serene:
   Here Harold was received a welcome guest;
   Nor did he pass unmoved the gentle scene,
For many a joy could he from night's soft presence glean.

LXX. (70)
Στο μέρος όπου το  μοναχικό Ουτρέκη ή Λουτράκι (1) σχηματίζει κυκλοειδή όρμο
 μέσα στον οποίο αποσύρονται τα κουρασμένα κύματα που λαμβάνουν
 στιλπνή επιφάνεια και κατοπτρίζει τις ακτίνες της σελήνης, τα μεσάνυχτα
ρίχνουν το μαύρο πέπλο τους στα δέντρα που κοσμούν τον καταπράσινο λόφο
και ταλαντεύονται ήρεμα πάνω στα γαλήνια νερά, ενώ οι νότιες
 αύρες χαϊδεύουν την γαλάζια τους επιφάνεια, μόλις την αγγίζουν
 με την απαλή πνοή τους. Εδώ ο Χάρολντ δέχθηκε φιλική υποδοχή
και παρατήρησε συγκινημένος αυτή την χαριτωμένη εικόνα
για να επιλέξει  αρκετές χαρές από την απαλή παρουσία της νύχτας.

(1) Ουτρέκη ή Λουτράκι τοποθετείται στην βορειανατολική γωνιά του κόλπου της Άρτας (Αμβρακικός κόλπος).

LXXI.
   On the smooth shore the night-fires brightly blazed,
   The feast was done, the red wine circling fast,
   And he that unawares had there ygazed
   With gaping wonderment had stared aghast;
   For ere night's midmost, stillest hour was past,
   The native revels of the troop began;
   Each palikar his sabre from him cast,
   And bounding hand in hand, man linked to man,
Yelling their uncouth dirge, long danced the kirtled clan.

LXXI. (71)
Τα φώτα της νύχτας έλαμπαν στην παραλία, το δείπνο
είχε τελειώσει, το δε κύπελο γεμάτο με κόκκινο κρασί
 κυκλοφορούσε στα χέρια των συμποτών. Φθάνοντας
 σε αυτούς απροειδοποίητα, στάθηκε ξαφνικά
 και τους παρακολουθούσε με έκπληξη, οι χοροί τους
 άρχισαν προτού περάσουν τα μεσάνυχτα. Τα παλληκάρια άφησαν
 πρώτα τα σπαθιά τους, έπειτα κρατώντας ο ένας το χέρι
 του άλλου, άρχισαν να χορεύουν ή μάλλον να πηδούν
 με ρυθμό, κραυγάζοντας ένα άξεστο μοιρολόι .


LXXII.    
   Childe Harold at a little distance stood,
   And viewed, but not displeased, the revelrie,
   Nor hated harmless mirth, however rude:
   In sooth, it was no vulgar sight to see
   Their barbarous, yet their not indecent, glee:
   And as the flames along their faces gleamed,
   Their gestures nimble, dark eyes flashing free,
   The long wild locks that to their girdles streamed,
While thus in concert they this lay half sang, half screamed:

LXXII.(72)
Ο Τσάϊλντ Χάρολντ στάθηκε λίγο μακριά για να παρατηρήσει
την χαριτωμένη αυτή παρέα της οποίας την ευθυμία
δεν μισούσε, αν και ήταν λίγο χοντροκομμένη.
 Η θέα των αγροίκων αυτών να διασκεδάζουν με θόρυβο
 και εξαλλοσύνη σχημάτιζε παράδοξο θέαμα, η ευκινησία τους
 είναι αξεπέραστη, τα μάτια τους έλαμπαν σαν αστραπή ,
 τα μακριά μαλλιά τους φθάνουν μέχρι την μέση τους,
τα δε πρόσωπα τους φωτιζόντουσαν από το αντιφέγγισμα της φωτιάς.
Τα τραγούδια τους μοιάζουν μάλλον με κραυγές παρά με αρμονικούς ήχους.

Ακολουθούν στίχοι που εντάσσονται στην 72η στροφή, τους οποίους παραλείπουμε. Αυτοί οι  στίχοι είναι τραγούδια της περιοχής που συνέλεξε ο ποιητής
και τα μετέφρασε στην αγγλική από ελληνικές ή ιταλικές μεταφράσεις.

 
LXXIII.
   Fair Greece! sad relic of departed worth!
   Immortal, though no more; though fallen, great!
   Who now shall lead thy scattered children forth,
   And long accustomed bondage uncreate?
   Not such thy sons who whilome did await,
   The hopeless warriors of a willing doom,
   In bleak Thermopylae's sepulchral strait—
   Oh, who that gallant spirit shall resume,
Leap from Eurotas' banks, and call thee from the tomb? 

LXXIII. (73)
Ωραία Ελλάδα ! Αξιοθρήνητο λείψανο αρχαίας δόξας !
Αλίμονο, δεν υπάρχεις πλέον και όμως είσαι αθάνατη,
αν και φτωχή, παραμένεις μεγάλη ακόμα. Ποιος θα οδηγήσει
 τα σκορπισμένα τέκνα σου, ποιος θα διώξει τις συνήθειες
τόσο μακράς δουλείας? Αλίμονο ! Δεν υπάρχουν πλέον εκείνοι
οι Έλληνες οι οποίοι βαδίζουν με βήμα σταθερό σε βέβαιο θάνατο,
πέθαναν ένδοξα στο στενό των Θερμοπύλων ! Ω Ελλάδα ! Ποιος πολεμιστής
 θα εμπνευστεί τώρα από την ηρωϊκή ανδρεία εκείνων? ποιος πλέον πηδώντας
 από τις όχθες του Ευρώτα, θα σε ξαναφέρει στην ζωή? (2)

(2) Αυτούς τους στίχους έγραψε ο Μπάϋρον πριν από την Ελληνική επανάσταση,
αλλά όταν ξέσπασε, πολλοί Έλληνες απάντησαν στα ερωτήματα αυτά του ποιητή
και αναδείχθηκαν, τόσο στην ξηρά όσο και στην θάλασσα, εφάμιλλοι των αρχαίων.

LXXIV.
   Spirit of Freedom! when on Phyle's brow
   Thou sat'st with Thrasybulus and his train,
   Couldst thou forbode the dismal hour which now
   Dims the green beauties of thine Attic plain?
   Not thirty tyrants now enforce the chain,
   But every carle can lord it o'er thy land;
   Nor rise thy sons, but idly rail in vain,
   Trembling beneath the scourge of Turkish hand,
From birth till death enslaved; in word, in deed, unmanned.

LXXIV. (74)
Πνεύμα της Ελευθερίας ! Όταν συνόδευσες τον Θρασύβουλο
και τους οπαδούς του πάνω στο λόφο της Φυλής, μπορούσες να προβλέψεις
 τις συμφορές οι οποίες σήμερα ασχημίζουν τα θέλγητρα των πράσινων
 πεδιάδων της Αττικής? Όχι τριάντα τύραννοι τώρα επιβάλουν
 την αλυσίδα, αλλά οποιοσδήποτε δούλος μπορεί να την επιβάλει
 πάνω στη χώρα σου, όχι να ξεσηκωθούν οι γιοί σου, αλλά άπραγοι
 κατηγορούνται άδικα, τρέμοντας κάτω από την μάστιγα του Τούρκικού
 χεριού, σκλαβωμένοι από την γέννηση μέχρι το θάνατο τους,
δεν είναι άξιοι να ονομάζονται πλέον άνθρωποι.

LXXV.
   In all save form alone, how changed! and who
   That marks the fire still sparkling in each eye,
   Who would but deem their bosom burned anew
   With thy unquenched beam, lost Liberty!
   And many dream withal the hour is nigh
   That gives them back their fathers' heritage:
   For foreign arms and aid they fondly sigh,
   Nor solely dare encounter hostile rage,
Or tear their name defiled from Slavery's mournful page.

LXXV. (75)
Σε όλα άλλαξαν, εκτός από την εξωτερική τους μορφή ! Ποιος
πράγματι, βλέποντας το σπινθηροβόλο βλέμμα στα μάτια τους,
θα μπορούσε να πιστέψει ότι η καρδιά τους δεν φλέγεται πάλι
από την ιερή σου φλόγα, Ω ελευθερία ! Την οποία αυτοί δεν γνωρίζουν πλέον?
Μερικοί ακόμη ονειροπολούν ότι έφθασε η ώρα όπου θα εισέλθουν
στην πατρική κληρονομιά τους, επιθυμώντας πάρα πολύ ξένη βοήθεια,
και επικαλούνται τα όπλα της Ευρώπης, χωρίς να τολμούν να βαδίσουν
μόνοι κατά των εχθρών τους και να εξαφανίσουν το ατιμασμένο
όνομα τους από τον κατάλογο των δούλων Εθνών.


LXXVI.
   Hereditary bondsmen! know ye not
   Who would be free themselves must strike the blow?
   By their right arms the conquest must be wrought?
   Will Gaul or Muscovite redress ye?  No!
   True, they may lay your proud despoilers low,
   But not for you will Freedom's altars flame.
   Shades of the Helots! triumph o'er your foe:
   Greece! change thy lords, thy state is still the same;
Thy glorious day is o'er, but not thy years of shame.

LXXVI.(76)
Κληρονόμοι της δουλείας ! Δεν γνωρίζεται ότι όσοι θέλουν να είναι ελεύθεροι,
οφείλουν οι ίδιοι να σπάσουν τα δεσμά τους και ότι με τα ίδια τους τα χέρια οφείλουν
 να αποκτήσουν την Ελευθερία ! Πιστεύετε ότι μπορεί να ελευθερωθείτε από τους Γάλλους
 ή από τους Ρώσσους? Μην ξεγελιόσαστε, μπορεί να ταπεινώσουν  ίσως τους τυράννους σας,
αλλά δεν θα μπορέσετε πλέον να ανάψετε το ιερό φως στο βωμό της Ελευθερίας.
 Σκιές των Ειλώτων ! Θριαμβεύσατε κατά των ανάνδρων τυράννων σας ! Ω Ελλάδα !
Αλλάζοντας τους δεσπότες σου δεν θα μπορέσεις να δεις το τέλος της δυστυχίας σου.
Οι ένδοξες ημέρες σου δεν υπάρχουν πλέον, αλλά παραμένουν τα χρόνια της ντροπής σου.

LXXVII.
   The city won for Allah from the Giaour,
   The Giaour from Othman's race again may wrest;
   And the Serai's impenetrable tower
   Receive the fiery Frank, her former guest;
   Or Wahab's rebel brood, who dared divest
   The Prophet's tomb of all its pious spoil,
   May wind their path of blood along the West;
   But ne'er will Freedom seek this fated soil,
But slave succeed to slave through years of endless toil.

LXXVII. (77)
Η πόλη κερδήθηκε για τον Αλλάχ από τους Γκιαούρηδες,
Οι Γκιαούρηδες μπορεί να ξαναποκτήσουν από το γένος των Οθωμανών,
ίσως οι Λατίνοι περάσουν αμέσως, όπως παλαιότερα, στους άδυτους
πύργους του Σαραγιού (1) ή ίσως οι επαναστάτες Βαχαβήτες (2),
οι οποίοι τόλμησαν να γυμνώσουν τον τάφο του Προφήτη
 από τα ευσεβή δώρα των προσκυνητών του, κατευθύνοντες
τα αιματηρά τους βήματα προς την Δύση, αλλά ποτέ η ελευθερία
 δεν μπορεί να κατοικήσει στο δυστυχισμένο αυτό τόπο,
 όπου δούλοι διαδέχονται δούλους για αιώνες ατελείωτων βασάνων.

(1) Το 1204 επί Αλεξίου Μουρζούφλου η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε από τους
Λατίνους οι οποίοι έμειναν επί πολλά χρόνια.
(2) Η Μέκκα και η Μεδίνα έπεσαν μερικά χρόνια στα χέρια των Βαχαβητών, οι οποίοι
ανήκαν σε αραβική φυλή της οποίας η δύναμη αυξάνονταν κάθε μέρα.


LXXVIII.    
   Yet mark their mirth—ere lenten days begin,
   That penance which their holy rites prepare
   To shrive from man his weight of mortal sin,
   By daily abstinence and nightly prayer;
   But ere his sackcloth garb Repentance wear,
   Some days of joyaunce are decreed to all,
   To take of pleasaunce each his secret share,
   In motley robe to dance at masking ball,
And join the mimic train of merry Carnival.

LXXVIII. (78)
Και όμως παρατήρησε την ευθυμία τους, νηστίσιμες μέρες αρχίζουν
ημέρες μετάνοιας στις οποίες προετοιμάζονται να γιορτάσουν
τα άγια μυστήρια τους που ελαφρύνουν τον άνθρωπό από το βάρος
των αμαρτιών του με δεήσεις και νηστείες. Αλλά προτού η μετάνοια
φορέσει τον τρίχινο χιτώνα της, συγχωρείται στον καθένα να ευθυμεί
για μερικές μέρες μετέχοντας σε όλες τις ηδονές, μασκοφορεμένος,
μεταμφιεσμένος με παράξενες στολές, πηγαίνοντας σε χορούς
και συντροφεύοντας τα γελωτοποιά τέκνα των αποκρεώ.

LXXIX.
   And whose more rife with merriment than thine,
   O Stamboul! once the empress of their reign?
   Though turbans now pollute Sophia's shrine
   And Greece her very altars eyes in vain:
   (Alas! her woes will still pervade my strain!)
   Gay were her minstrels once, for free her throng,
   All felt the common joy they now must feign;
   Nor oft I've seen such sight, nor heard such song,
As wooed the eye, and thrilled the Bosphorus along.

LXXIX. (79)
Ποια άλλη πόλη δίνει περισσότερες διασκεδάσεις εκτός από εσένα,
Ω Κωνσταντινούπολη ! Κάποτε η αυτοκράτειρα της βασιλείας τους?
Αν και τώρα τα σαρίκια μολύνουν τον ναό της Σοφίας (Αγίας)
και η Ελλάδα παρατηρεί μάταια τους περισσότερους βωμούς της,
(Αλίμονο ! Οι συμφορές της ακόμη καταστενοχωρούν το μυαλό μου!)
Χαρωποί ήταν κάποτε οι τροβαδούροι της, γιατί ελεύθερος ήταν ο λαός της,
όλοι τότε συναισθανόντουσαν την απλή χαρά που τώρα πρέπει να προσποιούνται.
Ουδέποτε είδαν τα μάτια μου άλλο τέτοιο θέαμα, ούτε τα αυτιά μου άκουσαν
μελωδία γλυκύτερη αυτής που ακούγεται κατά μήκος του Βοσπόρου.

LXXX.
   Loud was the lightsome tumult on the shore;
   Oft Music changed, but never ceased her tone,
   And timely echoed back the measured oar,
   And rippling waters made a pleasant moan:
   The Queen of tides on high consenting shone;
   And when a transient breeze swept o'er the wave,
   'Twas as if, darting from her heavenly throne,
   A brighter glance her form reflected gave,
Till sparkling billows seemed to light the banks they lave.

LXXX. (80)
Έντονος ήταν ο ανάλαφρος αναβρασμός στην παραλία, η μουσική
συχνά άλλαζε, αλλά ποτέ δεν σταματούσε τον τόνο της
 και έγκαιρα αντηχούσαν την ηχώ τα ρυθμικά κουπιά
και τα παλιρροϊκά νερά έκαναν ένα ευχάριστο βογκητό,
η δε Βασίλισσα των παλιρροιών χαμογελάει από τον ουράνιο θρόνο της
σε αυτή την γενική αρμονία και όταν παροδική αύρα αιωρούνταν
πάνω στα κύματα ήταν ως εάν, με την λαμπρότερη ακτίνα της
που καθρεπτίζονταν στα κύματα φανέρωνε την ευαρέσκεια της ,
και τα απαστράπτοντα  νερά ήταν σαν να φώτιζαν τις όχθες που βρέχουν.


LXXXI.
   Glanced many a light caique along the foam,
   Danced on the shore the daughters of the land,
   No thought had man or maid of rest or home,
   While many a languid eye and thrilling hand
   Exchanged the look few bosoms may withstand,
   Or gently pressed, returned the pressure still:
   Oh Love! young Love! bound in thy rosy band,
   Let sage or cynic prattle as he will,
These hours, and only these, redeemed Life's years of ill!

LXXXI. (81)
Αρκετά ελαφριά βαρκάκια έπλεαν σχίζοντας τον αφρό,τα ντόπια κορίτσια
 χόρευαν στην παραλία, τα κορίτσια και τα αγόρια οργανοπαίκτες
δεν σκεφτόντουσαν καθόλου να κοιμηθούν ή να γυρίσουν σπίτι τους,
 τα αποχαυνωμένα μάτια τους αντάλλαζαν μεταξύ τους βλέμματα
στα οποία λίγες καρδιές μπορούν να αντέξουν, τα πιασμένα μεταξύ τους χέρια
τρυφερά ανατρίχιαζαν στέλνοντας ερωτικά μηνύματα . Ω Έρωτα !
 Νεανικέ Έρωτα ! Στεφανωμένος με τα ρόδινα στεφάνια σου, άφησε
 τους κυνικούς και τους φιλοσόφους να φλυαρήσουν όπως θέλουν,
γιατί μονάχα αυτές οι ώρες διορθώνουν όλα τα δεινά του βίου.

LXXXII.    
   But, midst the throng in merry masquerade,
   Lurk there no hearts that throb with secret pain,
   E'en through the closest searment half-betrayed?
   To such the gentle murmurs of the main
   Seem to re-echo all they mourn in vain;
   To such the gladness of the gamesome crowd
   Is source of wayward thought and stern disdain:
   How do they loathe the laughter idly loud,
And long to change the robe of revel for the shroud!

LXXXII. (82)
Αλλά μέσα στο μασκοφόρο αυτό πλήθος, δεν θα υπάρχουν όμως
κάποιοι άνθρωποι που λιώνουν από κρυφή λύπη την οποία
το προσποιητό πρόσωπο τους μισοκρύβει. Το βουητό των κυμάτων
τους φαίνεται να ανακατώνεται σπαραχτικά μαζί με την μάταιη
τους πλήξη, η φαιδρότητα που τους περικυκλώνει τους προξενεί
χίλιες όσες μελαγχολικές σκέψεις και διεγείρει την ψυχρά τους
περιφρόνηση. Με δυσαρέσκεια ακούνε τα τραγούδια και τον χαρμόσυνο
θόρυβο των συμμετεχόντων στην στιγμιαία ευθυμία. Πόσο δε ποθούν
να μεταβάλουν τα γιορτινά τους ρούχα σε πένθιμα !

LXXXIII.    
   This must he feel, the true-born son of Greece,
   If Greece one true-born patriot can boast:
   Not such as prate of war but skulk in peace,
   The bondsman's peace, who sighs for all he lost,
   Yet with smooth smile his tyrant can accost,
   And wield the slavish sickle, not the sword:
   Ah, Greece! they love thee least who owe thee most—
   Their birth, their blood, and that sublime record
Of hero sires, who shame thy now degenerate horde!

LXXXIII. (83)
Αυτό θα πρέπει να αισθάνεται, ο φιλόπατρης γιός της Ελλάδας,
εάν η Ελλάδα μπορεί ακόμη να καυχηθεί ότι έχει ένα φιλόπατρη,
Για το όνομα τούτο είναι ανάξιοι εκείνοι που μιλάνε για πόλεμο,
αλλά είναι ευχαριστημένοι να ζουν στην δουλική ειρήνη
και εκείνοι που αρκούνται να ψιθυρίζουν την γκρίνια τους για όσα
έχασαν και πλησιάζουν τους τυράννους τους με ελαφρύ χαμόγελο
και κρατάνε στα χέρια τους μάλλον το δουλικό δρέπανο παρά το εκδικητικό
ξίφος. Αχ ! Ελλάδα, αυτοί που σε αγαπούν περισσότερο είναι εκείνοι
που οφείλουν όλα σε εσένα, την γέννηση τους, το  αίμα τους
και την αξεπέραστη καταγραφή ενδόξων προγόνων, οι οποίοι
ντρέπονται για την τωρινή σου εκφυλισμένη ορδή !

LXXXIV.
   When riseth Lacedaemon's hardihood,
   When Thebes Epaminondas rears again,
   When Athens' children are with hearts endued,
   When Grecian mothers shall give birth to men,
   Then mayst thou be restored; but not till then.
   A thousand years scarce serve to form a state;
   An hour may lay it in the dust:  and when
   Can man its shattered splendour renovate,
Recall its virtues back, and vanquish Time and Fate?

LXXXIV.(84)
Όταν οι λιτοδίαιτοι Λακεδαιμόνιοι αναγεννηθούν
όταν η Θήβα γεννήσει άλλον Επαμεινώνδα,
όταν τα παιδιά της Αθήνας έχουν προικισμένες καρδιές,
όταν οι Ελληνίδες μητέρες γεννήσουν άνδρες
τότε και μόνο τότε θα μπορέσεις να ελευθερωθείς, αλλά όχι μέχρι τότε.
Χρειάζονται αιώνες για να ιδρυθεί ένα κράτος και μια στιγμή αρκεί
 για να το καταστρέψει. Πόσα χρόνια περνάνε μέχρις ότου ένας λαός
 ανακτήσει την χαμένη του δόξα, μέχρις ότου ανακαλέσει τις αρετές του
 και θριαμβεύσει κατά του χρόνου και του πεπρωμένου του?

LXXXV.
   And yet how lovely in thine age of woe,
   Land of lost gods and godlike men, art thou!
   Thy vales of evergreen, thy hills of snow,
   Proclaim thee Nature's varied favourite now;
   Thy fanes, thy temples to the surface bow,
   Commingling slowly with heroic earth,
   Broke by the share of every rustic plough:
   So perish monuments of mortal birth,
So perish all in turn, save well-recorded worth;

LXXXV. (85)
Και όμως ποια και πόσα θέλγητρα σε στολίζουν ακόμη
 και αυτές τις πένθιμες σου ημέρες, Ω πατρίδα των Θεών
 και τόσων άλλων ισόθεων ηρώων ! Οι αειθαλείς κοιλάδες σου,
τα παντοτινά χιονοστεφή σου βουνά(1) αναδεικνύουν και σήμερα
 την προνομιακή ποικιλότητα της φύσης σου, οι βωμοί
και οι ερειπωμένοι ναοί σου, τα καταχωμένα στην τέφρα των ηρώων σου
 ερείπια, θρυμματίζονται από τα σιδερένια άροτρα ! Έτσι χάνονται, Αλίμονο!
από τα ανθρώπινα χέρια τα μνημεία, έτσι χάνονται
 όλα, αλλά σώζεται μόνο η αρετή που υμνείται από τις Μούσες.

(1) Υπάρχουν πολλά βουνά στην Ελλάδα και ιδίως ο Παρνασσός, των οποίων
 οι κορυφές είναι πάντοτε χιονοσκεπείς με όλους τους ισχυρούς καύσωνες
 του καλοκαιριού.


LXXXVI.
   Save where some solitary column mourns
   Above its prostrate brethren of the cave;
   Save where Tritonia's airy shrine adorns
   Colonna's cliff, and gleams along the wave;
   Save o'er some warrior's half-forgotten grave,
   Where the grey stones and unmolested grass
   Ages, but not oblivion, feebly brave,
   While strangers only not regardless pass,
Lingering like me, perchance, to gaze, and sigh 'Alas!'

LXXXVI. (86)
Σώζεται, μόνο όπου μερικές κολώνες μόνες τους στέκονται ακόμη όρθιες
και φαίνονται σαν να θρηνούν τις αδελφές τους που λατομήθηκαν
από το ίδιο βουνό και οι οποίες βρίσκονται κοντά τους πεσμένες
σε ερείπια (1). Σώζεται, όπου ο ναός της αιθέριας Τριτονίας στολίζει
τις κολώνες στο άκρο του βράχου (2) και λάμπει πάνω από τα κύματα.
Βρίσκονται επίσης εκεί κάποιοι τάφοι μερικών αγνώστων πολεμιστών,
οι μαυρισμένες πέτρες τους και τα πράσινα βρύα αντιστέκονται ακόμη
στη φθορά του χρόνου, αλλά όχι στην λήθη. Μόνοι οι ξένοι περιηγητές,
όπως εγώ, επισκέπτονται τα μέρη αυτά μετά σεβασμού και αναχωρούν
 με τον αναστεναγμό  "Αλίμονο!"

(1) Από το Πεντελικό όρος οι αρχαίοι λατομούσαν τα μάρμαρα που οικοδομούσαν
τα δημόσια κτίρια των Αθηνών.
(2) Εκτός από την Αθήνα και τον Μαραθώνα δεν υπάρχει σε όλη την Αττική ωραιότερη
τοποθεσία από το Σούνιο. Για τον αρχαιολόγο και τον καλλιτέχνη οι δέκα έξη κολώνες
που υπάρχουν ακόμη είναι ανεξάντλητη πηγή παρατηρήσεων και σπουδών. Ο φιλόσοφος
 βρίσκει εκεί την υποτιθέμενη  σκηνή των συνδιαλέξεων του Πλάτωνα με τους μαθητές
του, ο δε περιηγητής θαυμάζει μπροστά στα μάτια του το μεγαλοπρεπές θέαμα του Αιγαίου
και των νησιών του.

LXXXVII.
   Yet are thy skies as blue, thy crags as wild:
   Sweet are thy groves, and verdant are thy fields,
   Thine olives ripe as when Minerva smiled,
   And still his honeyed wealth Hymettus yields;
   There the blithe bee his fragrant fortress builds,
   The freeborn wanderer of thy mountain air;
   Apollo still thy long, long summer gilds,
   Still in his beam Mendeli's marbles glare;
Art, Glory, Freedom fail, but Nature still is fair.

LXXXVII.
Παρ' όλα αυτά, ο ουρανός σου είναι πάντοτε, τόσο γαλάζιος και οι βράχοι σου
τόσο άγριοι, όσο ήταν στο παρελθόν. Επίσης τα άλση σου είναι πάντοτε
ευχάριστα και οι πεδιάδες σου αειθαλείς. Οι ελιές σου ακμάζουν και σήμερα
 όπως τότε  που έβλεπες να σου χαμογελάει η Αθηνά, ο Υμηττός συνεχίζει
 να έχει χρυσαφένιο μέλι, η μέλισσα που πάντα πετούσε ελεύθερη στα βουνά σου
 και κατασκεύαζε σε αυτά το αρωματικό της φρούριο. Ο Απόλλωνας δεν έπαυσε
να χρυσώνει με τις ακτίνες του τα μακριά σου καλοκαίρια, ρίχνει ακόμη
 τις ακτίνες του πάνω στα πεντελικά μάρμαρα, οι τέχνες, η δόξα,
 η ελευθερία παρέρχονται, αλλά η φύση είναι ακόμη ωραία.


LXXXVIII.    
   Where'er we tread, 'tis haunted, holy ground;
   No earth of thine is lost in vulgar mould,
   But one vast realm of wonder spreads around,
   And all the Muse's tales seem truly told,
   Till the sense aches with gazing to behold
   The scenes our earliest dreams have dwelt upon:
   Each hill and dale, each deepening glen and wold,
   Defies the power which crushed thy temples gone:
Age shakes Athena's tower, but spares gray Marathon.

LXXXIX. (88)
Σε οποιοδήποτε μέρος και αν φέρουμε τα βήματα μας, πατούμε ιερή γη.
Κανένα μέρος του εδάφους σου δεν χάθηκε σε χυδαία κατασκευή, αλλά όλη σου
 η χώρα είναι ένα τεράστιο θέατρο θαυμάτων και κάθε σπιθαμή της είναι σκηνή μεγάλων
 πράξεων. Και όλα τα αφηγήματα της Μούσας φαίνεται να λένε την αλήθεια,
τα δε μάτια μας κουράζονται να κυττάζουν αυτούς τους τόπους που πολύ συχνά
 τους ονειρευόμαστε στα παιδικά μας όνειρα. Τα βουνά και οι κοιλάδες σου,
οι λόφοι και οι πεδιάδες σου, αντιστέκονται στην καταστρεπτική δύναμη
 του χρόνου που ερείπωσε τους ναούς σου. Οι αιώνες ταρακούνησαν
 τους πύργους της Αθήνας, αλλά σεβάστηκαν το πεδίο του Μαραθώνα.

LXXXIX.    
   The sun, the soil, but not the slave, the same;
   Unchanged in all except its foreign lord—
   Preserves alike its bounds and boundless fame;
   The battle-field, where Persia's victim horde
   First bowed beneath the brunt of Hellas' sword,
   As on the morn to distant Glory dear,
   When Marathon became a magic word;
   Which uttered, to the hearer's eye appear
The camp, the host, the fight, the conqueror's career.

LXXXIX. (89)
Ο ήλιος, το έδαφος είναι τα ίδια, αλλά όχι η σκλαβιά,
αμετάβλητη σε όλα εκτός από τον ξένο δεσπότη της,
διατηρεί αναλλοίωτα τα όρια της και την αδέσμευτη φήμη,
Το πεδίο της μάχης όπου τα θύματα των Περσικών ορδών
έσκυψαν τις κεφαλές τους κάτω από την ορμή του   σπαθιού
 των Ελλήνων, ω πόσο ένδοξη ήταν η ημέρα, όταν ο Μαραθώνα
 έγινε μαγικό όνομα (1) που προφέροντας το
και μόνο έρχονται  στο νου μας το εχθρικό στρατόπεδο,
 οι δυο μαχόμενοι στρατοί και τα τρόπαια των νικητών.

(1) Siste, viator, heroa calcas. Τέτοιο ήταν το επιτύμβιο του περίφημου
κόμητα Merci. Ποια θα πρέπει λοιπόν να είναι τα αισθήματα μας όταν
πατάμε τον τάφο των αποθανόντων στον Μαραθώνα 200 Ελλήνων?
Ο τάφος αυτός ανασκάφηκε τελευταία από τον Fauvel . Αλλά δεν βρέθηκε
τίποτα σε αυτούς από όσα περίμεναν, εκτός ολίγων αγγείων, νομισμάτων κλπ.
Μου πρότειναν να αγοράσω την πεδιάδα του Μαραθώνα με 1600 γρόσια.
Αλίμονο! Μήπως μόνο η σκόνη του Μιλτιάδη δεν αξίζει πολύ περισσότερα
αυτού του ποσού?

XC.    
   The flying Mede, his shaftless broken bow;
   The fiery Greek, his red pursuing spear;
   Mountains above, Earth's, Ocean's plain below;
   Death in the front, Destruction in the rear!
   Such was the scene—what now remaineth here?
   What sacred trophy marks the hallowed ground,
   Recording Freedom's smile and Asia's tear?
   The rifled urn, the violated mound,
The dust thy courser's hoof, rude stranger! spurns around.

XC. (90)
Ο Μήδας που φεύγει , το κρατημένο σπασμένο τόξο του,
ο ατρόμητος Έλληνας, το ματωμένο νικηφόρο του ακόντιο,
Βουνά ψηλά, κάτω το απέριττο της Γης, του Ωκεανού,
μπροστά θάνατος, πίσω καταστροφή,
αυτή ήταν η σκηνή - για ότι τώρα παραμένει εδώ!
Ποιο τρόπαιο διακρίνει την ιερή τούτη πεδιάδα,
καταγράφοντας το χαμόγελο της Ελευθερίας και τα δάκρυα της Ασίας?
 η ραβδωτή λάρνακα, ο παραβιασμένος λοφίσκος
η σκόνη της οπλής των αλόγων σου, αγροίκοι ξένοι! Περιφρονείς ολόγυρα.


XCI.
   Yet to the remnants of thy splendour past
   Shall pilgrims, pensive, but unwearied, throng:
   Long shall the voyager, with th' Ionian blast,
   Hail the bright clime of battle and of song;
   Long shall thine annals and immortal tongue
   Fill with thy fame the youth of many a shore:
   Boast of the aged! lesson of the young!
   Which sages venerate and bards adore,
As Pallas and the Muse unveil their awful lore.

XCI. (91)
Και όμως αυτά τα ένδοξα λείψανα των αρχαίων χρόνων θα προσελκύουν
πάντα τους λυπημένους, αλλά ουδέποτε βαριεστημένους περιηγητές. Για πολύ χρόνο
 ακόμη θα επισκέπτεται ο ταξιδιώτης που τον φέρνει η Ιόνια αύρα,
την γη των ηρώων και των ποιητών. Η ιστορία της Ελλάδας
 και η αθάνατη γλώσσα της θα ενθουσιάζουν για πολύ χρόνο ακόμη την νεολαία
 όλου του κόσμου. Ναι, η ιστορία σου, ω Ελλάδα θα είναι καύχημα
 για τους παλιούς  και διδακτικό μάθημα για τους νέους!
Τα άσματα της Παλλάδας και των Μουσών ποτέ δεν θα παύσουν
να εμπνέουν ενθουσιασμό και σεβασμό στους σοφούς και στους ποιητές.

XCII.
   The parted bosom clings to wonted home,
   If aught that's kindred cheer the welcome hearth;
   He that is lonely, hither let him roam,
   And gaze complacent on congenial earth.
   Greece is no lightsome land of social mirth;
   But he whom Sadness sootheth may abide,
   And scarce regret the region of his birth,
   When wandering slow by Delphi's sacred side,
Or gazing o'er the plains where Greek and Persian died.

XCII. (92)
Οι ξενιτεμένοι ποθούν τον γυρισμό στην πατρίδα τους, όταν αγαπητά
πρόσωπα τους περιμένουν στην πατρική στέγη, όπου γυρνώντας μπορεί
να ζήσουν ευτυχισμένα . Αλλά εκείνος που είναι μόνος στον κόσμο,
 ας τον αφήσουν να περιπλανιέται και να χαζεύει ικανοποιημένος σε ευχάριστη γη.
 Η Ελλάδα δεν είναι  κατάλληλος τόπος για κοινωνική ευθυμία,
αλλά αρέσει σε όσους η μελαγχολία παραμείνει ίσως ανακουφισμένη, αυτοί δεν θέλουν
 να στενοχωρηθούν  καθόλου για την απομάκρυνση από το τόπο της γέννησης τους,
όταν περιπλανώνται κοντά στο ιερό τέμενος των Δελφών
 ή βλέποντες τις πεδιάδες όπου πολέμησαν οι  Έλληνες και οι Πέρσες.

XCIII.
   Let such approach this consecrated land,
   And pass in peace along the magic waste:
   But spare its relics—let no busy hand
   Deface the scenes, already how defaced!
   Not for such purpose were these altars placed.
   Revere the remnants nations once revered;
   So may our country's name be undisgraced,
   So mayst thou prosper where thy youth was reared,
By every honest joy of love and life endeared!

XCIII. (93)
Έτσι ας προσεγγίσουν, αυτή την καθαγιασμένη χώρα
και να περάσουν ήρεμα μέσα από τις μαγικές της ερημιές,
αλλά ας προσέχουν τα λείψανα της, τα χέρια τους ας σέβονται
ένα ατυχή τόπο, τον οποίο άλλοι, ήδη πάρα πολύ γύμνωσαν.
Τα καλλιτεχνικά μνημεία της δεν δημιουργήθηκαν για τέτοιο ιερόσυλο σκοπό.
Ας σέβονται τα λείψανα ναών οικοδομηθέντων προς λατρεία από τα αρχαία Έθνη,
έτσι, είθε το όνομα της πατρίδας μας να φθάσει αμόλυντο.
Έτσι, είθε εσύ να προκόβεις όπου η νιότη σου διαμορφώνεται
καθιστώντας αγαπητή κάθε τίμια χαρά του έρωτα και της ζωής!

XCIV.    
   For thee, who thus in too protracted song
   Hath soothed thine idlesse with inglorious lays,
   Soon shall thy voice be lost amid the throng
   Of louder minstrels in these later days:
   To such resign the strife for fading bays—
   Ill may such contest now the spirit move
   Which heeds nor keen reproach nor partial praise,
   Since cold each kinder heart that might approve,
And none are left to please where none are left to love.

XCIV. (94)
Όσο για σένα, ο οποίος πάρα πολύ ίσως, διασκέδασες
 την απραξία σου με άδοξους στίχους, τα άσματα σου θα εξαφανισθούν
 ανάμεσα σε πλήθος φωνακλάδων τροβαδούρων σε αυτές τις πρόσφατες ημέρες.
Παραχώρησε σε αυτούς τις δάφνες που ο χρόνος θα μαράνει.
Εκείνος που κατάντησε απαθής στις αυστηρές επικρίσεις και τα φιλικά
εγκώμια, επειδή πέθαναν προσφιλή του πρόσωπα, θα παραιτηθεί αμέσως
από ένα τέτοιο μάταιο αγώνα. Αφού εάν κάποιος χάσει κάθε τι
που στον κόσμο αυτόν μπορεί να αγαπήσει,
δεν ζητάει πλέον να αρέσει.

XCV.
   Thou too art gone, thou loved and lovely one!
   Whom youth and youth's affections bound to me;
   Who did for me what none beside have done,
   Nor shrank from one albeit unworthy thee.
   What is my being? thou hast ceased to be!
   Nor stayed to welcome here thy wanderer home,
   Who mourns o'er hours which we no more shall see—
   Would they had never been, or were to come!
Would he had ne'er returned to find fresh cause to roam!

XCV. (95)
Και εσύ επίσης και συ δεν υπάρχεις πλέον! συ η τόσο αγαπημένη, η τόσο ελκυστική,
συ την οποίαν η γλυκιά συμπάθεια της νιότης και του έρωτα
μου την έκανε τόσο αγαπητή! συ η οποία έκανες για μένα, εκείνο που κανένας δεν τόλμησε
από τότε να κάνει και που αρνήθηκες να με εγκαταλείψεις, παρ' όλο που ήμουν ανάξιος σου!
Ω, πόσο η τύχη μου είναι φρικτή! Παύοντας να ζεις, δεν υπάρχεις πλέον εκεί για να με υποδεχθείς μετά την επιστροφή μου από τις μακρινές μου οδοιπορίες. Δεν μου μένει πλέον παρά μόνο ο πόθος
 της ευδαιμονίας που έχασα για πάντα. Αχ, γιατί να την γευτώ ή γιατί να μην υπάρχει
και στο μέλλον? Αλίμονο, πρέπει να ξαναγυρίσω στα μέρη αυτά
όπου με περιμένουν νέα βάσανα που με υποχρεώνουν να μένω ακόμη μακριά τους!

XCVI.
   Oh! ever loving, lovely, and beloved!
   How selfish Sorrow ponders on the past,
   And clings to thoughts now better far removed!
   But Time shall tear thy shadow from me last.
   All thou couldst have of mine, stern Death, thou hast:
   The parent, friend, and now the more than friend;
   Ne'er yet for one thine arrows flew so fast,
   And grief with grief continuing still to blend,
Hath snatched the little joy that life had yet to lend.

XCVI. (96)
Ω συ φίλη πάντοτε ποθητή, αξιαγάπητη και πάντοτε αγαπημένη!
Εκείνος που ζει μόνος με την λύπη του, αγαπάει να θυμάται το παρελθόν,
και προσκολλιέται σε σκέψεις που του φαίνονται τόσο πιο ευχάριστες
όσο πιο μακριά είναι από αυτόν. Σκληρέ θάνατε! Μου άρπαξες
τα μόνα που μπορούσες να μου αφαιρέσεις, μητέρα, φίλο
 και τέλος εκείνη με την οποία ένα αίσθημα γλυκύτερο
της απλής φιλίας, μας ένωνε! Σε ποιόν άλλον θνητό
τα βέλη σου ήταν τόσο μοιραία?  Αλλεπάλληλες θλίψεις
 μου δηλητηρίασαν λίγο λίγο κάθε πηγή ευδαιμονίας.

XCVII.
   Then must I plunge again into the crowd,
   And follow all that Peace disdains to seek?
   Where Revel calls, and Laughter, vainly loud,
   False to the heart, distorts the hollow cheek,
   To leave the flagging spirit doubly weak!
   Still o'er the features, which perforce they cheer,
   To feign the pleasure or conceal the pique;
   Smiles form the channel of a future tear,
Or raise the writhing lip with ill-dissembled sneer.

XCVII. (97)
Να πάω λοιπόν να αναμειχθώ πάλι με το πλήθος
και να ζητήσω κάθε τι που απεχθάνεται η γαλήνη της καρδιάς μου?
Να πάω να καθίσω στις συνεστιάσεις της κραιπάλης
όπου θορυβώδες και απατηλό γέλιο παραμορφώνει τα βαθουλωμένα
μάγουλα των συμμετεχόντων και θα λυπήσει ακόμη περισσότερο
την ήδη θλιμμένη ψυχή μου? Μάταια η προσποιητή χαρά μου
υποκρίνεται ευθυμία ή κρύβει απέχθεια, το μειδίαμα δεν κάνει
τίποτα άλλο από το να προετοιμάζει τα έτοιμα να χυθούν δάκρια μου,
αναστέλλοντας τα σουφρωμένα χείλη να δείξουν περιφρόνηση.

XCVIII.    
   What is the worst of woes that wait on age?
   What stamps the wrinkle deeper on the brow?
   To view each loved one blotted from life's page,
   And be alone on earth, as I am now.
   Before the Chastener humbly let me bow,
   O'er hearts divided and o'er hopes destroyed:
   Roll on, vain days! full reckless may ye flow,
   Since Time hath reft whate'er my soul enjoyed,
And with the ills of eld mine earlier years alloyed.

XCVIII. (98)
Ποιο είναι το τρομερότερο κακό που βασανίζει τα γερατειά? Ποια είναι η δυστυχία
που αυλακώνει περισσότερο το θλιμμένο μέτωπο? Δεν είναι η εξάλειψη από το βιβλίο
 της ζωής των πιο αγαπημένων προσώπων? Δεν είναι η στον κόσμο απομόνωση,
όπως η δική μου? Κλείνω ταπεινά το γόνυ ενώπιον του Θεού, του οποίου το χέρι
 έπεσε βαριά επάνω μου, κλέβοντας όλους τους δεσμούς της καρδιάς μου
 και καταστρέφοντας όλες μου τις ελπίδες. Φευγάτε γρήγορα βλαβερές ημέρες,
φευγάτε, αφού κανένας πόθος δεν μου έμεινε πλέον πάνω στη γη,
αφού ο χρόνος στέρησε την ψυχή μου από κάθε θέλγητρο
και έχυσε στην νεότητα μου όλες τις λύπες των γηρατειών.

Με την στροφή 98 του ποιήματος τελειώνει η δεύτερη ωδή. Θα συνεχίσουμε με το
επόμενο 7ο μέρος, την περίληψη της 3ης και 4ης ωδής και θα τελειώσουμε την παρουσίαση
του ποιήματος με τις τελευταίες στροφές της 4ης ωδής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου