Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ, ποίημα του Lord Byron - Μέρος 1ο

Το προσκύνημα (οδοιπορικό) του Τσάιλντ Χάρολντ


 
Στο πολύστιχο αυτό ποίημα, ο ήρωας περιπλανιέται σαν ένας άλλος Oδυσσέας σε χώρες και τόπους και καταγράφει τις εντυπώσεις του. Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από το δεύτερο Άσμα και αναφέρεται στην επίσκεψή του στην Ελλάδα. Η σύγκριση ανάμεσα στην ένδοξη αρχαιότητα και στον υπόδουλο ελληνισμό προκαλεί στον ποιητή συναισθήματα νοσταλγίας, λύπης και οργής. Το έργο αυτό επηρέασε τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς και συνέβαλε στην ενίσχυση του φιλελληνισμού, που τόσο βοήθησε την ελληνική επανάσταση. O Μπάυρον διέθεσε την περιουσία αλλά και τη ζωή του στον αγώνα για την εθνική μας απελευθέρωση και πέθανε στο Μεσολόγγι το 1824. Στις στροφές που ακολουθούν ο ήρωας ανάμεσα στους στύλους του Oλυμπίου Διός ατενίζει την Ακρόπολη και κάνει πικρές σκέψεις για τη φθορά του χρόνου, αλλά και για τη λεηλασία των μνημείων από το λόρδο Έλγιν.
 


Εδώ, στην πέτρα τη βαριά, τώρα ας καθίσω μόνος·
σε μαρμαρένιο κι άσειστον ακόμα στυλοβάτη,
εδώ που ο παντοδύναμος και διαλεχτός σου θρόνος
ήταν, του Κρόνου ω Oλύμπιε γιε, ψάχνοντας δώθε κάτι
πάντα κανείς απ' το κρυφό το μεγαλείο θα βρει.
Ω απίστευτο· μήδε κι αυτό της φαντασίας το μάτι
δεν πλάθει ό,τι με κάματο* λες σβήσαν οι καιροί.
Μα οι στύλοι οι περήφανοι δε θεν απ' το διαβάτη
καν να στενάξει· πάνω τους ο Τούρκος ξαποσταίνει*
με δίχως έννοια, κι ο Ρωμιός σφυρίζει και διαβαίνει.
Μ' απ' όλους όσους το Ναό κουρσέψαν κει ψηλά,
όπου η Παλλάδα ίσαμε* χτες λημέρευε μονάχη,
πονώντας και μη θέλοντας ν' αφήσει τα στερνά
της δύναμής της λείψανα· σαν ποια πατρίδα νά 'χει
γραφτό ήταν ο υστερότερος στη φαύλην αρπαγή;
Καληδονία*, κοκκίνισε, γιατί είχε μάνα εσένα.
Αγγλία, δόξα σου, που εσύ δεν είχες τέτοια γέννα,
τι δεν αγγίζει ελεύθερο παρά όποιος σκλαβοβγεί.
Και όμως εβιάσαν και έφεραν κάθε ιερό θλιμμένο
πα σε γιαλό πολύν καιρόν αποτροπιασμένο.
Πίκτοι* να και σήμερα τι θε ν' αφήσουν χνάρια
περήφανα· ρημάγματα ναούς και Παρθενώνες,
που σεβαστήκαν Βάνδαλοι, Γότθοι, Τουρκιά κι αιώνες.
Ω της Αθήνας τα στερνά παντέρμα απομεινάρια!
Όσοι ν' αρπάξουν σκέφτηκαν απ' τη γαλάζια χώρα,
μοιάζει η καρδιά τους η στεγνή το στέρφο* τους κεφάλι,
στους βράχους της πατρίδας τους που κόβουν τ' ακρογιάλι.
Και, ωιμέ, προστάτες αχαμνοί* μπρος στους βωμούς της τώρα,
να, τα παιδιά της, που ο καημός της μάνας τους σπαράζει
τα σίδερά τους νιώθοντας με πιο πικρό μαράζι.
Τώρα, το κρένει Βρετανός, ποιος το 'λπιζε, στοχάσου,
πως η Αλβιόνα* έχει χαρές στων Αθηνών το κλάμα.
Μα οι σκλάβοι κι αν τους σπάραξαν, ωιμέ! με τ' όνομά σου,
μη στην Ευρώπη, είναι ντροπή, μην πεις το ανόσιο δράμα.
Η ρήγισσα του πέλαγου, η ελεύθερη η Αγγλία,
από τη ματωμένη τους πατρίδα να ξεσπά
τ' απομεινάρια τα στερνά που ανθίζαν στα μνημεία.
Ναι, διαφεντεύτρα ευγενική που ο κόσμος αγαπά,
με χέρι στρίγγλας ρήμαξες συντρίμμια, που και χρόνια
και τύραννοι σεβάστηκαν, μ' αγάπη ή ζηλοφθόνια.
Η αιγίδα* σου η θαυματουργή που ξάφνιασε στη στράτα
τον θεριωμένο Αλάριχο*, Παλλάδα*, τι έχει γίνει;
Τι του Πηλέα γίνηκεν ο γιος*, που τον εκράτα
του κάκου ο Άδης σκλάβο του, και που τη μέρα εκείνη
πετάχτη η σκιά του πάνοπλη στο φως· μη δεν μπορούσε
ξανά ν' αφήσει ο Πλούτωνας* τον ήρωα να βγει,
να σκιάζει* κι άλλον άρπαγα μπροστά στην αρπαγή!
Ω! μπρος στης Στύγας* τις οχθές ανέμελα γυρνούσε
κι αφήκεν απροστάτευτες, τη μαύρη εκείνην ώρα,
μετόπες που διαφέντευεν είκοσι αιώνες τώρα.
Θεόδωρος Βρυζάκης, «Η υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι»
Θεόδωρος Βρυζάκης, Η υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι
Ω! είναι από πέτρα όποιος για σε δε νιώθει, ωραία Ελλάδα,
ό,τι εραστής όπου θεωρεί μπρος του νεκρή ερωμένη,
κι αναίσθητη έχει την καρδιά που αβούρκωτη* απομένει,
μετόπες, τείχη και βωμούς βλέποντας σκόνη, αράδα
να σου τα γδύνουν Βρετανοί, που θα 'πρεπε ταμένοι
να στέκουν φυλακάτορες στα λείψανα τεμένη*.
Ανάθεμά τη τη στιγμή κουρσάροι που αρμενίζαν
απ' το νησί τους, κι έσκιζαν τα στήθη σου ξανά
τα πληγωμένα, αρπάζοντας να παν στα βορινά
και μισητά τους κλίματα, θεούς που ανατριχιάζαν.
Λ. Μπάυρον,
Τα τραγούδια του για την Ελλάδα,
μτφρ. Στέφανος Μύρτας
 
*κάματος: κόπος *ξαποσταίνει: ξεκουράζεται *ίσαμε: μέχρι *Καληδονία: η σημερινή Σκοτία *Πίκτοι: Σκοτσέζοι *στέρφος: στείρος *αχαμνοί: μικροί, ασήμαντοι *Αλβιόνα: Αγγλία *αιγίδα: δερμάτινη ασπίδα της θεάς Αθηνάς *Αλάριχος: βασιλιάς των Γότθων *Παλλάδα: Αθηνά *ο γιος του Πηλέα: ο Αχιλλέας *Πλούτωνας: ο θεός του Κάτω Κόσμου *να σκιάζει: να τρομάζει *η Στυξ (γεν. Στυγός): ποτάμι του Κάτω Κόσμου *αβούρκωτη: χωρίς δάκρυ *λείψανα τεμένη: ερείπια ναών


ΠΡΩΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Σεπτέμβριος 1809 - Απρίλιος 1811

1809
26 Σεπτεμβρίου. Ο Λόρδος Βύρων φτάνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα (Πάτρα) με το μπρίκι «Spider», προερχόμενος από την Μάλτα
29 Σεπτεμβρίου. Αποβιβάζεται στην Πρέβεζα.
01 Οκτωβρίου. Φεύγει για τα Γιάννινα.
05 Οκτωβρίου. Φτάνει στα Γιάννινα.
11 Οκτωβρίου. Φεύγει για το Τεπελένι, για να επισκεφθεί τον Αλή πασά.
12 Οκτωβρίου. Βρίσκεται στη Ζίτσα.
19 Οκτωβρίου. Φτάνει στο Τεπελένι.
23 Οκτωβρίου. Φεύγει από το Τεπελένι.
26 Οκτωβρίου. Επιστρέφει στα Γιάννινα.
31 Οκτωβρίου. Αρχίζει να γράφει το ποίημα «Οδοιπορικό του Τσάιλντ Χάρολντ».
03 Νοεμβρίου. Φεύγει από τα Γιάννινα.
08 Νοεμβρίου. Επιστρέφει στην Πρέβεζα.
13 Νοεμβρίου. Φεύγει από την Πρέβεζα.
20 Νοεμβρίου. Βρίσκεται στο Μεσολόγγι.
22 Νοεμβρίου. Διαπλέει τον Πατραϊκό και φτάνει στην Πάτρα.
04 Δεκεμβρίου. Φεύγει από την Πάτρα με προορισμό την Αθήνα.
05 Δεκεμβρίου. Φτάνει στο Αίγιο (Βοστίτσα).
14 Δεκεμβρίου. Διαπλέει τον Κορινθιακό. Φτάνει στα Σάλωνα (Άμφισσα).
15 Δεκεμβρίου. Επισκέπτεται τούς Δελφούς.
22 Δεκεμβρίου. Βρίσκεται στη Θήβα.
25 Δεκεμβρίου. Φτάνει στην Αθήνα. Μένει στο σπίτι της χήρας Μακρή, μητέρας της «Κόρης των Αθηνών».
1810
23 Ιανουαρίου. Πρώτη εκδρομή στο Σούνιο και στον Μαραθώνα.
05 Μαρτίου. Αποπλέει με το πολεμικό «Πυλάδης».
08 Μαρτίου. Φτάνει στη Σμύρνη.
13 Μαρτίου. Επισκέπτεται την Έφεσο.
28 Μαρτίου. Τελειώνει το 2ο άσμα του Τσάιλντ Χάρολντ.
11 Απριλίου. Φεύγει για την Κωνσταντινούπολη με τη φρεγάτα Salsette.
15 Απριλίου. Επισκέπτεται τις πεδιάδες της Τροίας.
03 Μαΐου. Διασχίζει κολυμπώντας τον Ελλήσποντο.
13 Μαΐου. Βλέπει για πρώτη φορά την Κωνσταντινούπολη.
10 Ιουλίου. Παρευρίσκεται στην ακρόαση του Βρετανού πρεσβευτή από τον σουλτάνο Μαχμούτ Β'.
14 Ιουλίου. Αναχωρεί από την Κωνσταντινούπολη με τον Βρετανό πρεσβευτή Robert Adair με τη φρεγάτα Salsette.
17 Ιουλίου. Αποβιβάζεται στη Ζέα [Κέα].
18 Ιουλίου. Φτάνει στην Αθήνα.
21 Ιουλίου. Φεύγει για τον Μοριά.
25 Ιουλίου. Στη Βοστίτσα [Αίγιο] παίρνει στην ακολουθία του τον νεαρό Έλληνα Ευστάθιο.
26 Ιουλίου. Φτάνει στην Πάτρα.
Αύγουστος. Επισκέπτεται τον Βελή πασά στην Τριπολιτσά.
19 (;) Αυγούστου. Επιστρέφει στην Αθήνα- μένει στο μοναστήρι των Καπουτσίνων.
Σεπτέμβριος. Δεύτερη εκδρομή στον Μοριά. Στην Πάτρα αρρωσταίνει με πυρετό .
13 Οκτωβρίου. Επιστρέφει στην Αθήνα.
Δεκέμβριος. Δεύτερη εκδρομή στο Σούνιο.

1811
14 Ιανουαρίου. Στέλνει τον υπηρέτη του Fletcher πίσω στην Αγγλία.
Μάρτιος. Γράφει τα ποιήματα «Νύξεις από τον Οράτιο» και «Κατάρα της Αθηνάς».
22 Απριλίου. Αποπλέει με το «Ύδρα» για να επιστρέψει στην Αγγλία..



Το πρώτο ταξίδι του 21χρονου βαρόνου στην Ελλάδα, δεν είχε τίποτε το ηρωικό:
Οι μετακινήσεις του ήσαν ασφαλείς και στις περισσότερες των περιπτώσεων, η υποδοχή που του επεφύλασσαν οι οθωμανικές αρχές, υποδειγματική.
 Κι όταν στην Κόρινθο του την αρνήθηκαν επανειλημμένα, ο νεαρός ευγενής, δεν παρέλειψε να τιμωρήσει τον τοπικό μπέη, διαμαρτυρόμενος στην πρεσβεία της χώρας του για την έλλειψη φιλοξενίας.
 Και, όμως, όπως γράφει ο ίδιος στην μητέρα του σε μιαν άλλη περίσταση,
«δεν απογοητεύτηκα, ούτε ένοιωσα αποστροφή, έζησα με τους τρανότερους και τους ταπεινότερους, έμεινα μέρες στο παλάτι ενός πασά και πέρασα πολλές νύχτες σε στάβλο…» (Κωνσταντινούπολη 28/6/1810).
Να ένα στέναγμα γι' αυτούς που μ' αγαπάνε
Κι ένα χαμόγελο γι' αυτούς που με μισούν
Κι όποιος κι αν είναι ο ουρανός, ετοιμασμένη
Για κάθε μοίρα την καρδιά μου θε να βρουν.  («Στον Τόμας Μουρ»)

Ο Μπάιρον πατάει το πόδι του στην Πρέβεζα στις 29 Σεπτεμβρίου του 1809.Θα ανεβεί στα Γιάννενα κι από κει στο Τεπελένι για να συναντήσει τον Αλί Πασά, του οποίου ο θρύλος είχε ήδη περάσει τα σύνορα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
 Κάπου κοντά, θα έρθει σε επαφή με τον νεοελληνικό μας Διαφωτισμό στο πρόσωπο του Δασκάλου του Γένους, Αθανάσιου Ψαλίδα, αλλά θα βιώσει και την υποδούλωση των Ελλήνων, αντικρίζοντας το πτώμα του τιμωρημένου απ' τον Αλί, Θύμιου Βλαχάβα, να κρέμεται από ένα δένδρο.
 Με αλβανική συνοδεία θα κατηφορίσει για την Πρέβεζα κι από κει θα βρεθεί για λίγο στο Μεσολόγγι, στην Πάτρα και στο Αίγιο, όπου θα φιλοξενηθεί στην οικία του Ανδρέα Λόντου, ενός απ' τους κατοπινούς πρωτεπαναστάτες προύχοντες του Μωρηά.
 Στο σπίτι του Λόντου, ο Μπάιρον θα ακούσει το νεαρό οικοδεσπότη του να τραγουδά το επαναστατικό παιάνα «Δεύτε παίδες των Ελλήνων», αποδιδόμενο τότε στο Ρήγα Φεραίο - και θα το μεταφράσει αργότερα, o ίδιος στα αγγλικά : "Sons of the Greeks arise!".
Από το Αίγιο θα πάει την Άμφισσα και στους Δελφούς, στη Θήβα, για να καταλήξει στην Αθήνα, όπου θα φιλοξενηθεί για δέκα εβδομάδες στην οικία της Ταρσής Μακρή, χήρας του υποπρόξενου της Βρετανίας, Προκόπη Μακρή.

 Γράφει σχετικά σε μια επιστολή του ο ποιητής, για τις μικρές της κόρες: «Πεθαίνω από έρωτα για τρεις Ελληνοπούλες στην Αθήνα, αδελφές, δύο από τις οποίες υποσχέθηκαν να με συνοδέψουν στην Αγγλία.
 Έμεινα στο ίδιο σπίτι.
Τερέζα, Μαριάννα και Κατίνκα είναι τα ονόματα αυτών των θεαινών που είναι όλες τους κάτω από τα δεκαπέντε». (Προς τον Henry Drury - Δαρδανέλια 3/5/1810).
Ο έρωτας του Μπάιρον για τη μικρή Τερέζα, θα απαθανατιστεί στο ποίημά του «Κόρη των Αθηνών», ένα από τα διασημότερα της λυρικής του δημιουργίας.
Μα εκείνα τα ασυμμάζευτα κρεμάμενα πλεξούδια
Που στα κλωθοσγουραίνουνε του Αιγαίου όλ' οι ανέμοι,
Το μαύρο σου ματόκλαδο, κρόσο χυτό που τρέμει,
Και του απαλού σου μάγουλου φιλάει τ' ανθολουλούδια,
Και μα το αλαφροκοίταγμα στο μάτι σου το αγριωπό
Ζωή μου σ' αγαπώ…(«Κόρη των Αθηνών» - Μετ. Στέλιος Σεφεριάδης)

Το ειδύλλιο θα λήξει μάλλον άδοξα, μέσα στη χυδαιότητα αγοραπωλησίας, συνηθισμένης στο πλαίσιο της εποχής, που ο ποιητής όμως αρνήθηκε: Ο Μπάιρον σεβάστηκε την παρθενιά της κόρης κι ας είχε αυτή επιστρατευτεί για το αντίθετο. Γλιτώνοντας και 30.000 ιταλικές πιάστρες - όσα ανέμενε η μάνα για το χέρι της Τερέζας.

Ός αγαπά παραμιλά - είναι της νιότης η φρενίτις,
 μα η γιατρειά πικρότερη ακόμα,
 μάγια τα μάγια μας τα λέει τα είδωλα μας τα στερεί,
για να 'ρθει η ώρα να δούμε βέβαιοι,
πώς μήτε αξία μηδέ ομορφιά έξω απ' του νου,
το σχήμα το ιδεώδες κατοικούνε.
Μοιραίο το ξόρκι ακόμα μας κρατά
 και ξεκινούμε θύελλες να θερίσουμε απ' άνεμων σπορά.
΄Ω πεισματάρικη καρδιά,
η αλχημεία του άπαξ ξεκινήσει θαρρείς στο στόχο πάντα είσαι κοντά
 και πλουσιότερη αν το βέλος ξεστρατίσει.(«Τσάιλντ Χάρολντ» - Άσμα Τέταρτο, CXXIII)

Μέσα στους πέντε πρώτους μήνες της παραμονής του στην Ελλάδα, ο Μπάιρον θα συγγράψει τα δύο πρώτα άσματα του αριστουργηματικού του έργου «Τσάιλντ Χάρολντ».

 Είναι το πόνημα, πού θεμελιώνει το πρότυπο του «βυρωνικού ήρωα», σκοτεινού, απόμακρου μα ευαίσθητου, με μια κρυφή εσωτερική αντάρα που τον οδηγεί σε ένα μεγάλο, ατέλειωτο ταξίδι - πρότυπο που θα απορροφήσει ως και την ίδια την εικόνα του ποιητή μέχρι τις μέρες μας.
Το βλέμμα του Χάρολντ αφυπνίζεται στην ελληνική φύση.
Οι πρώτες λέξεις του ποιητή απευθύνονται στην ελληνίδα Μούσα του Παρνασσού. Το έργο όμως, δεν αναμασά τα κλασσικιστικά πρότυπα της εποχής και τις στείρες αναφορές στην αρχαιότητα.
Η γραφή του αγκαλιάζει την «Κυρά της Σαραγόσας», την ισπανίδα γυναίκα στις επάλξεις κατά της τυραννίας του Ναπολέοντα - μα και σπαράζει για τη σιωπή των Ελλήνων.

Αρχαία συ των ημερών!
 Θεά σεβάσμια!
Πού ναι
Οι τρανοί σου άντρες;
 Πού οι μεγαλόψυχοί σου;
Πάνε - Σε παρελθόντος όνειρα μισοσβησμένοι ζούνε
Πρώτοι στο δρόμο με σκοπό τη Δόξα τη δική σου,
Νικήσανε και πέθαναν - μόνον αυτό;
Λογίσου!          (Άσμα Δεύτερο, ΙΙ - Μετ. Μ. Β. Ραΐζης)

Στον «Τσάιλντ Χάρολντ», ο ποιητής θα στιγματίσει με δριμύτητα την κακοποίηση του Παρθενώνα από τον Έλγιν - κάτι που θα επαναλάβει και στην περίφημη «Κατάρα της Αθηνάς».
Το σχετικό του σημείωμα, μοιάζει να απαντά, δύο αιώνες πίσω, στα επιχειρήματα που επιστρατεύουν, όσοι ακόμα προσπαθούν να δικαιολογήσουν τον αδίσταχτο Βρετανό, που βεβήλωσε το ελληνικό ιερό για να κερδοσκοπήσει:
«Όταν φορτώνουν και παίρνουν τρεις και τέσσερις καραβιές από τα πολυτιμότερα και ακεραιότερα λείψανα που άφησαν ο χρόνος και η βαρβαρότητα στην πιο κακόπαθη και την πιο ονομαστή πόλη, όταν ρημάζουν στην προσπάθεια να τα ξηλώσουν, αυτά τα έργα που στάθηκαν ο θαυμασμός των αιώνων, δεν γνωρίζω κίνητρο που μπορεί να δικαιολογήσει, ούτε όνομα που μπορεί να χαρακτηρίσει όσους διαπράττουν αυτή την ποταπή δήωση», γράφει σε σημείωση που συνοδεύει το δεύτερο άσμα του Τσάιλντ Χάρολντ.

Ακόμα πιο συνταρακτικοί ωστόσο, είν' οι στίχοι του:

Κρύα είν' η καρδιά, ωραία Ελλάδα!
Αυτή που σ' αντικρίζει και δεν ριγά σαν εραστής στου σύντροφου τη σκόνη.
Αργό είναι το μάτι αυτό, που δάκρυ δεν βουρκώνει μπροστά στους ρημαγμένους σου ναούς,
 που διαγουμίζει χέρι ανόσιο Βρετανών,
που πιότερο οφείλουν φύλακες να 'ν των ιερών,
που δεν θα επανορθωθούν
καταραμένη ειν' η ώρα αυτή,
που απ' το νησί τους φεύγουν και πάλινε το δύσμοιρο τον κόρφο σου κουρσεύουν και τους πεσμένους σου θεούς,
 στα άθλια βόρεια σκότη τους τραβούν!»( Άσμα Πρώτο, XV)

Ο ποιητής θα αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπολη, περνώντας πρώτα απ' τη Σμύρνη και μετά απ' την Έφεσο. Στα Δαρδανέλια, θα μιμηθεί με επιτυχία τον Λέανδρο, που κάθε βράδυ διέσχιζε κολυμπώντας τον Ελλήσποντο για να επισκεφθεί την αγαπημένη του την Ηρώ, στην άλλη άκρη των στενών.
Θα επισκεφτεί την Πόλη, θα γνωρίσει τον Σουλτάνο, θα περιηγηθεί την πεδιάδα της Τροίας.
 Επιστρέφοντας στην Αθήνα, θα εγκατασταθεί στο Μοναστήρι των Καπουτσίνων, πλάι στο Μνημείο του Λυσικράτους. Είναι η ώρα των «άνανδρων παθών», όπως θα τα χαρακτηρίσει αργότερα - σχέσεων εξορισμένων εκ των πραγμάτων, ακόμα και από την αλληλογραφία του: Ακόμα οι βιογράφοι αναρωτιούνται για τη φύση των επαφών του με τον Νικολό Ζιρό, ένα νεαρό καλόγερο που ακολούθησε τον Μπάιρον ως τη Μάλτα, ή με μία Τουρκάλα, που καταδίκασαν οι αρχές σε θάνατο επί μοιχεία και που ο ποιητής προσπάθησε με κάθε τρόπο να γλυτώσει.
Στο Μοναστήρι, θα συνεχίσει ωστόσο και την ποιητική δημιουργία. Είναι η σειρά των «Υπαινιγμών απ' τον Οράτιο», ηλιόλουστων και εύθυμων σαν τη ζωή του στην Αθήνα, των λυρικών ποιημάτων σαν εκείνο «Για τον χωρισμό» που μελοποίησε ο Μπετόβεν, μα και της προφητικής «Κατάρας της Αθηνάς» - όπου η Αγγλία απειλείται για την αποικιοκρατία της, με το ανάθεμα της Θεάς:

Κοίταξε στην Ανατολή, όπου του Γάγγη η γέννα
Θε να τραντάξει τα σκληρά αυτοκρατορικά θεμέλια
Εκεί η εξέγερση δεινή την κεφαλή σηκώνει
Και των νεκρών ιθαγενών τη Νέμεση αξιώνει
Ώσπου ο Ινδός, πορφύρινη πλημμύρα να κυλήσει
Και σ' αίμα βόρειο τα παλιά τα χρέη να ξοφλήσει.
Γιατί η Παλλάδα, σ' όποιονε λεύτερη γέννα δώσει
Με το χαμό τον απειλεί, τους άλλους αν σκλαβώσει
Τέλος για δες το σπίτι σου - δεν θέλεις να κοιτάς;
Στο αγέλαστο χαμόγελο στενής απελπισιάς
Η πόλη σας πώς θλίβεται:
Το Γλέντι κι αν οργιάζει,
Εδώ ο Λιμός λιποθυμά κι εκεί η Αρπάγη αρπάζει.

Είναι ίσως το πρώτο πολιτικό έργο του ποιητή, με αναφορές για την κοινωνική κατάσταση στην πατρίδα του - μια κατάσταση που θα αντιμετωπίσει και ο ίδιος αργότερα στη Βουλή των Λόρδων, ταγμένος στο πλευρό των κατατρεγμένων - των άγγλων εργατών, των ιρλανδών ρωμαιοκαθολικών, του δημοκράτη αγωνιστή ταγματάρχη Τζων Κάρτράιτ, ταλαιπωρούμενου απ' την αστυνομία για την διεκδίκηση της καθολικής ψήφου και της μυστικής ψηφοφορίας.
Και δεν είναι διόλου τυχαίο, πως ο παλαίμαχος στρατιωτικός που υπερασπίστηκε ο Μπάιρον, θα εκδώσει το 1821, τις «Νύξεις προς τους Έλληνες», με το ψευδώνυμο «Νέστωρ Λογχοφόρος», προτείνοντας συγκεκριμένες πρακτικές και ελιγμούς απέναντι σε οργανωμένο τακτικό στρατό - ενώ και λίγο πριν πεθάνει, θα εγχειρήσει στους έλληνες διαπραγματευτές του ελληνικού δανείου, μία σειρά προτάσεων για την εφαρμογή ενός γνήσια δημοκρατικού πολιτεύματος.
Πίσω στα 1810, οι ανέμοι δεν παιάνιζαν Θούριους. Οι Κλέφτες είχαν εγκαταλείψει το Μωρηά, διωγμένοι απ' τα δικά τους λάθη και τα Ορλωφικά στοιχειώνανε ακόμα τις ψυχές.
Το Φανάρι, τηρούσε στάση κατευνασμού κι όσοι είχανε πιστέψει τις υποσχέσεις του Καποδίστρια στη Λευκάδα, είδανε τη Ρωσία να υπογράφει συνθήκη με τους Τούρκους στο Τιλσίτ.
Το πτώμα του Βλαχάβα, οι παιάνες του Λόντου, δεν ήσανε παρά υπαινιγμοί - γραφικότητες άνευ σημασίας, για αφ' υψηλού συζητήσεις των ξένων περιηγητών που συμφωνούσαν πως στους Έλληνες δεν πρέπει καλύτερη μοίρα.
Ο Μπάιρον θα διαφοροποιηθεί.

Πνεύμα εσύ της Λευτεριάς!
Σαν στης Φυλής το φρύδι στοίχειωσες
τον Θρασύβουλο κι αυτή τη συντροφιά του,
μπορούσες άραγε να ιδείς,
την ώρα τη στεναχτική
που σκιάζει σου την καλλονή της αττικής πεδιάς σου;
Δεν είναι τριάντα οι τύραννοι
που μ' άλυσσες σε δένουν
μα ο κάθε βάρβαρος μπορεί τη γη σου ν' αφεντεύει
ούτε οι γιοί σου εγείρονται,
βογγάνε ματαιωμένοι
τρέμουν το κνούτο της Τουρκιάς,
έχοντας σκλάβοι γεννηθεί κι ως τη στερνή τους την πνοή,
σε λόγο και σε έργα απανδρειωμένοι.
Στα πάντα εκτός απ' την μορφή, πόσο αλλαγμένη!
Κι όμως ποιός θα προσέξει τη φωτιά
που σιγοκαίει ακόμα στους οφθαλμούς,
τα μάγουλα ποιος θα τα δει ν' ανάβουν στην άσβεστη τη φλόγα σου, Ελευθερία χαμένη!
Κι όμως πολλοί ονειρεύονται μια ώρα που κοντεύει
να φέρει αυτή προγονική τη δόξα, κληρονομική
γιατί τα όπλα που ζητούν,
του ξένου η άφαντη αρωγή μπροστά στην όργητα του εχθρού,
μόνα δεν θα τολμήσουν
Ούτε απ' τη βίβλο της Σκλαβιάς,
το λερωμένο σου το όνομα θα σκίσουν.
Δεσμώτες κληρονομικοί!
Δεν ξέρετε πως όσοι
Να ζούνε θέλουν λεύτεροι, πρέπει οι ίδιοι να ματώσουν;
Πως με το χέρι το δεξί η κατάκτηση κερδιέται
κι ο Γάλλος ή Μόσχοβος δεν θα σας απολυτρώσουν;
Κι αν ίσως τους περήφανους δεσπότες ταπεινώσουν,
για σας δεν θε να ανάψουν οι βωμοί της Λευτεριάς.
Σκιές Ειλώτων!
Τα σπαθιά σας οι εχθροί σας ας τα νοιώσουν!
Άλλαξε αφέντη Ελλάδα!
Ίδια μοίρα σε προσμένει
Φεύγει η ώρα σου της δόξας, μα η ντροπή σου παραμένει.  («Τσάιλντ Χάρολντ» - Άσμα Δεύτερο, LXXIV-LXXVI)

Ο Τσάιλντ Χάρολντ θα τυπωθεί λίγους μήνες μετά απ' την επιστροφή του Μπάιρον στην Αγγλία, για να εξαντληθεί μέσα σε τρεις μέρες. «Ξύπνησα ένα πρωί και βρήκα τον εαυτό μου διάσημο», θα αναφέρει αυτοσαρκαζόμενος.
Ο σπόρος θα πέσει στο εύφορο το χώμα, του στίχου η φλόγα θα κορώσει στα στήθη των φιλελεύθερων και των ριζοσπαστών όλου του κόσμου.
 Με την ποίηση του Μπάιρον στην τσέπη, θα ανέβει στο ικρίωμα ο επικεφαλής των ρώσων συντρόφων του Αλέξανδρου Υψηλάντη, Κοντράτ Ριλέγιεφ.
Και με το θάνατο του ποιητή στο Μεσολόγγι, καταμεσής του Αγώνα, μία κατακραυγή σε όλη την Ευρώπη, θα γίνει χείμαρρος που θα σαρώσει την ανόσια «Ιερά Συμμαχία», βουλιάζοντάς την πλάι στο στόλο των Αιγυπτίων, στο Ναβαρίνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου