Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Το κοράκι, ποίημα του Edgar Allan Poe


Edgar Allan Poe

Μερικά βιογραφικά στοιχεία για τον ποιητή και συγγραφέα Edgar Allan Poe

Στις 29 Ιανουαρίου του 1845 δημοσιεύτηκε το διάσημο ποίημα «Το Κοράκι», του αυτοκαταστροφικού Αμερικανού συγγραφέα και ποιητή Έντγκαρα Άλαν Πόε.
Τα χρόνια που στιγμάτισαν τον Πόε
Ο Πόε γεννήθηκε το 1809 στη Βοστώνη. Ενώ ήταν πολύ μικρός, έχασε και τους δύο γονείς του και μετακόμισε στο Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια, στο σπίτι της οικογένειας του Σκωτσέζου εμπόρου καπνού, Τζον Άλαν.
Ο Άλαν από την αρχή ήταν πολύ βίαιος απέναντι στον νεαρό Πόε, αλλά τα πράγματα έγιναν χειρότερα, όταν ο νεαρός άρχισε να παραμελεί τα μαθήματά του και να ξοδεύει τον χρόνο του χαρτοπαίζοντας.
Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Ο Πόε έφυγε από το σπίτι και κατέφυγε στον αμερικανικό στρατό.
Το 1830, κατατάχθηκε στη στρατιωτική ακαδημία West Point, από την οποία όμως γρήγορα αποπέμφθηκε, καθώς προκάλεσε σκόπιμα σκάνδαλο, για να εκδικηθεί τον Τζον Άλαν. Προκειμένου να βγάλει τα προς το ζην, άρχισε να γράφει πεζά κείμενα και να παίρνει μέρος σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Αργότερα, μετακόμισε στο σπίτι της θείας του Μαρία Ελίζα Κλεμ και της ξαδέρφης του, Βιρτζίνια Ελίζα Κλεμ, την οποία και παντρεύτηκε, όταν εκείνη ήταν μόλις 13 ετών. Στο πιστοποιητικό έγραψαν ότι είναι 21.
Ο Πόε συνέχισε το γράψιμο, ενώ άρχισε να εργάζεται σε εφημερίδες και περιοδικά. Το 1842 όμως, η γυναίκα του παρουσίασε τα πρώτα συμπτώματα φυματίωσης και ο Πόε, αδυνατώντας να το αντιμετωπίσει, ξεκίνησε το ποτό, μια αδυναμία που κράτησε όλη του τη ζωή και τον οδήγησε στον θάνατο.
Ωστόσο, μολονότι βρισκόταν σε μία συνεχή κατάσταση μέθης, ο λογοτέχνης Πόε αποκτούσε όλο και περισσότερη αναγνώριση, με αποκορύφωμα το «σκοτεινό» ποίημα «Το Κοράκι», το οποίο εκδόθηκε το 1845, κάνοντας τον ποιητή διάσημο μέσα σε μία μέρα.
Ο θάνατος της συζύγου του, τον οδήγησε στην καταστροφή
Μετά το θάνατο της Βιρτζίνια, οι αυτοκαταστροφικές του τάσεις εντάθηκαν. Αρραβωνιάστηκε τη Σάρα Έλεν Γουίτμαν, αλλά ο γάμος τους ακυρώθηκε, όταν ο ποιητής εντοπίστηκε να πίνει, αν και είχε υποσχεθεί πως θα το κόψει.
Όταν επέστρεψε στο Ρίτσμοντ ξαναβρήκε τον παιδικό του έρωτα, τη Σάρα Ελμίρα Ρόιστερ, την οποία αρραβωνιάστηκε, αλλά ο γάμος δεν έγινε.
Λίγες μέρες πριν, αποφάσισε να κάνει ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη, περνώντας από τη Βαλτιμόρη και τη Φιλαδέλφεια. Όταν όμως έφτασε στον πρώτο σταθμό του ταξιδιού, τη Βαλτιμόρη, ήταν ήδη πολύ μεθυσμένος.
Εξαφανίστηκε και βρέθηκε πέντε μέρες αργότερα, να κείτεται στο κατώφλι μιας ταβέρνας. Μεταφέρθηκε γρήγορα στο νοσοκομείο, όπου και πέθανε λίγες μέρες μετά, ύστερα από παρατεταμένο παραλήρημα. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν «Κύριε, βοήθησε τη φτωχή ψυχή μου» (Lord help my poor soul).
Δεν υπάρχει κάποιο επίσημο πιστοποιητικό θανάτου, αλλά σύμφωνα με έρευνες, ο θάνατός του ήταν απόρροια του αλκοολισμού. Πολλοί ήταν εκείνοι που μίλησαν για σύφιλη, δηλητηρίαση ή λύσσα, αλλά η πρώτη εκδοχή φαίνεται να είναι η πιο πιθανή.


Αφηγηματικό ποίημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε (1809-1849), το πιο γνωστό του σπουδαίου αμερικανού συγγραφέα, ποιητή και δοκιμιογράφου. Ο πρωτότυπος τίτλος του στα αγγλικά είναι «The Raven». Πρωτοδημοσιεύτηκε στις 29 Ιανουαρίου του 1845 στην εφημερίδα «New York Evening Mirror» και εκτόξευσε τη φήμη του δημιουργού του. Έγινε ένα από τα δημοφιλέστερα ποιήματα παγκοσμίως, αλλά δεν έφερε την πολυπόθητη οικονομική ανακούφιση στον Πόε.
«Το Κοράκι» αποτελείται από 108 στίχους, χωρισμένους σε 18 ίσες στροφές. Είναι γραμμένο σε τροχαϊκό μέτρο και διακρίνεται για την πλούσια ομοιοκαταληξία του, τη μουσικότητά του, τη στυλιζαρισμένη γλώσσα του και την υπερφυσική του ατμόσφαιρα. Εξιστορεί την επίσκεψη ενός μυστηριώδους κορακιού, σ' ένα νεαρό φοιτητή, που βρίσκεται σε απόγνωση από τον χαμό της αγαπημένης του Ελεωνόρας και οδηγείται σταδιακά στην τρέλα. Το κοράκι, που έχει λαλιά, στέκεται πάνω σ’ ένα αγαλματάκι της Παλλάδας Αθηνάς στο δωμάτιο του νεαρού φοιτητή και φαίνεται να τον προκαλεί με τη συχνή επανάληψη της λέξης «Ποτέ πιά» (Nevermore), ίσως τη διασημότερη επωδό της αγγλικής γλώσσας.
Το 1846 ο Πόε δημοσίευσε το δοκίμιο «Η φιλοσοφία της σύνθεσης» («The Philosophy of Composition»), όπου περιγράφει τη διαδικασία σύλληψης και γραφής του ποιήματός του, διαδικασία την οποία εντάσσει στο γενικότερο πλαίσιο της ιδεαλιστικής αισθητικής του.
Ο Εμμανουήλ Ροΐδης, που σύστησε τον Πόε στο ελληνικό κοινό το 1877 με το δοκίμιό του «Εδγάρδος Πόου», χαρακτηρίζει το ποίημα «αριστούργημα, απαράμιλλον δια την λεπτότητα του αισθήματος και την μαγείαν της γλώσσης». Ο ελληνολάτρης διανοητής Περικλής Γιαννόπουλος (1869-1910) ήταν ο πρώτος που το μετέφρασε στα ελληνικά το 1894.
Το ποίημα αυτό του Πόε έχει αγαπηθεί κι έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης για πολλά συγκροτήματα του χέβι μέταλ (Carpathian Forest, Tristania, Agathodaimon, Grave Digger, Nevermore κ.α). Το 1975 ο Άλαν Πάρσονς μελοποίησε ορισμένους στίχους του ποιήματος στο τραγούδι «Raven», που περιέχεται στο άλμπουμ «Tales of Mystery and Imagination» και το 2003 ο Λου Ριντ παρουσίασε μελοποιημένο όλο το ποίημα στο άλμπουμ «The Raven».



Περισσότερα στοιχεία για τη ζωή και το έργο του θα βρείτε στην παρακάτω ιστοσελίδα

http://www.terrapapers.com/?p=5378

 
 

 

Edgar Allan Poe 

The Raven

[First published in 1845]



Once upon a midnight dreary, while I pondered weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
`'Tis some visitor,' I muttered, `tapping at my chamber door -
Only this, and nothing more.'



Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore -
Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
`'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door -
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; -
This it is, and nothing more,'

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
`Sir,' said I, `or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; -
Darkness there, and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before;
But the silence was unbroken, and the darkness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, `Lenore!'
This I whispered, and an echo murmured back the word, `Lenore!'
Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
`Surely,' said I, `surely that is something at my window lattice;
Let me see then, what thereat is, and this mystery explore -
Let my heart be still a moment and this mystery explore; -
'Tis the wind and nothing more!'

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door -
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door -
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
`Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, `art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning - little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door -
Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door,
With such name as `Nevermore.'

But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only,
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered -
Till I scarcely more than muttered `Other friends have flown before -
On the morrow he will leave me, as my hopes have flown before.'
Then the bird said, `Nevermore.'

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
`Doubtless,' said I, `what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore -
Till the dirges of his hope that melancholy burden bore
Of "Never-nevermore."'

But the raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore -
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking `Nevermore.'

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er,
She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
`Wretch,' I cried, `thy God hath lent thee - by these angels he has sent thee
Respite - respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil! -
Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted -
On this home by horror haunted - tell me truly, I implore -
Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us - by that God we both adore -
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels name Lenore -
Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels name Lenore?'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -
`Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

And the raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
And the lamp-light o'er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted - nevermore!








Ακολουθούν τρείς μεταφράσεις του ποιήματος από τους
Κώστα Ουράνη
Γ.Β.Ιωαννίδη
Ηλίας Πολυχρονάκης


Α - (μετάφραση από τον Κώστα Ουράνη):
Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα
κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο
μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο
σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου.
«Κανένας ξένος», σκέφτηκα «οπού χτυπά τη πόρτα,
τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ’ άλλο».

Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη
και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν.
Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα
να δώσει με παρηγοριά στη λύπη το βιβλίο,
για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη
όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει
για πάντα ούτε όνομα.

Και τ’ αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες
με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς,
και για να πάψει τ’ άγριο το χτύπημα η καρδιά μου
σηκώθηκα φωνάζοντας: «Θα είναι κάποιος ξένος
όπου ζητά να κοιμηθεί εδώ στη κάμαρά μου
αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι».

Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο,
«Κύριε» είπα, «ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε,
γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος,
ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα»
κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα
σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ’ άλλο.

Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος,
γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε
η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε,
μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο
κι «Ελεονόρα» μοναχά ακούγονταν η ηχώ
από τη λέξη που ‘βγαινε απ’ τα ανοιχτά μου χείλη.
Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ’ άλλο.

Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα,
άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα.
«Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι,
ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο,
ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά και θα το λύσω,
θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ’ άλλο.

‘Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο
με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε
και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν’ αμφιβάλλει λίγο,
επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα
απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη.
Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ’ άλλο.

Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν
τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει.
«Χωρίς λοφίο», ρώτησα, «κι αν είν’ η κεφαλή σου
δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι,
που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας;
Στ’ όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ’ όνομά σου!»
Και το κοράκι απάντησε: «Ποτέ από ‘δω και πια».


Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί
Ν’ ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα,
Αν κι η μικρή απάντηση που μου ‘δωσε δεν ήταν
Καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα,
Γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου
Ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη
Απάνω από τη πόρτα σου να λέει:
                                                                            «Ποτέ πια!».

Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο
Δεν είπε άλλη λέξη πια, σα να ‘ταν η ψυχή του
Από τις λέξεις: «Ποτέ πια», γεμάτη από καιρό.
Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του
Να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά:
«Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες
κι όταν θε να ‘ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις».
Μα το πουλί απάντησε: «Ποτέ από δω και πια».

Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου ’πε
Πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω.
«Σίγουρα» σκέφτηκα, «αυτό που λέει και ξαναλέει
Θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του
Που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ’ το τραγούδι
Που θα ’λεγεν ολημερίς και του ’καμε να λέει
Λυπητερά το «Ποτέ πια» για τη χαμένη ελπίδα».

Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ’ έφερε γέλιο
Κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του
Και βυθισμένος σ’ όνειρα προσπάθησα να έβρω
Τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι,
Το άχαρο, τ’ απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων,
Σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις:
                                                                         «Ποτέ Πια!».

Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα
Χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι
Που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με εκαίγαν.
Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος
Του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι,
Στο μέρος που το χάιδευαν η λάμψη της καντήλας,
Εκεί όπου η αγάπη μου δε θ’ ακουμπήσει
                                                                                     Πια!

Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να ‘ταν μυρωμένος
Από ένα θυμιατήριο αόρατο που αγγέλοι
Και Σεραφείμ το κούναγαν και τ’ αλαφρά τους πόδια
Ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου.
«Ναυαγισμένε», εφώναξα, «αναβολή σου στέλνει
Με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη
Για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφη Ελεονόρα.
Πιες απ’ το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα
Εκείνην όπου χάθηκε”.  Και το Κοράκι είπε:
                                                       «Ποτέ από δω και πια!».

Είπα: «Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων
Είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε, εσύ,
Είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε,
Αλλ’ άφοβε, στον κόσμο αυτό που κατοικεί ο Τρόμος,
Πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο
Της λύπης κάνα βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία;
Πες μου!», μα κείνο απάντησε:
                                                        «Ποτέ από δω και πια!».

«Προφήτη», είπα, «δαίμονα, της Συφοράς πουλί,
Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ’ ορκίζω,
Που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα,
Εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν,
Πες μου αν στον Παράδεισο θε ν’ αγκαλιάσω κείνη,
Εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα»;
Και το κοράκι απάντησε:
                                                        «Ποτέ από δω και πια!».

«Ας γίνει η μαύρη λέξη σου το σύνθημα να φύγεις»,
Εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει, μπροστά του.
«Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα
Ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτωνείου Νύχτας
Ούτ’ ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν’ αφήσεις
Ενθύμιση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας
Βγάλ’ απ’ τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που έχεις μπήξει
Και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια!»
Και το Κοράκι απάντησε:
                                                        «Ποτέ από δω και πια!».

Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει,
Στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα
Και τ’ αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν
Όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι
Ρίχνει σκια στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι.
Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια
Να βγει απ’ τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς
Που φαίνεται στο πάτωμα.
                                                            Ποτέ από δω και πια!





(Β - μετάφραση Γ.Β.Ιωαννίδη)       
                                                     
                                                              ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ
 
Δώδεκα έδειχνεν η ώρα, μεσονύχτι, όπως και τώρα
Κι ήμουν βυθισμένος ώρα σε βιβλία αλλοτινά,
όταν μέσα από ένα θάμπος ύπνου να μου εφάνη, σάμπως
Κάποιος έξω από την πόρτα να χτυπούσε σιγανά.
Επισκέπτης, είπα, θά’ ναι και χτυπάει σιγανά
Τούτο θά ‘ναι μοναχά.
Α, θυμάμαι, έπεφτε χιόνι και του κρύου Δεκέμβρη οι τόνοι
Σκούζαν μες στο παραγώνι και στοιχειώναν στη φωτιά.
Η νυχτιά με στενοχώρα κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
Νά’ βρω τη γλυκειά Λεωνόρα μες τ’ αρχαία μου χαρτιά.
Τη Λεωνόρα που οι αγγέλοι της κρατάνε συντροφιά
Και δική μας ποτέ πια.
Κάθε θρόισμα στο μετάξι της κουρτίνας είχε αλλάξει
Κι έρχονταν να με ταράξει ο άγριος φόβος που τρυπά .
Κι έλεγα , για να πάρω θάρρος και να διώξω αυτό το βάρος :
- Επισκέπτης , δίχως άλλο , θάναι τούτος που χτυπά ,
Κάποιος νυχτοπαρωρίτης , που για νάμπει μου χτυπά
Τούτο θάναι μοναχά.
Ξάφνου ως νάντριωσε η ψυχή μου και παρά την ταραχή μου
- Κύριε , φώναξα , ή κυρία , συγχωρέστε με , έστω αργά
Στα χαρτιά μου ήμουν σκυμένος κι ίσως μισοκοιμισμένος
Δε σας άκουσα ωρισμένως να χτυπάτε έτσι σιγά .
Με τα λόγια τούτα ανοίγω τα πορτόφυλλα γοργά .
΄Εξω η νύχτα μοναχά.
Το σκοτάδι αυτό τρυπώντας έμεινα εκειδά απορώντας
Κάθε τόσο ανασκιρτώντας μέσα σ’ όνειρα αλγεινά .
Κράτησε ησυχία για ώρα κι άξαφνα απ’ τα βάθη τώρα,
Μια φωνή να λέει Λεωνόρα σα ν’ ακούστηκε βραχνά .
Εγώ φώναξα «Λεωνόρα» και τη φέρνει η ηχώ ξανά,
΄Ετσι θάναι μοναχά.
Μπήκα στο δωμάτιο πάλι , μ’ άνω κάτω το κεφάλι ,
Μα μέσα απ’ αυτή τη ζάλη , δυνατήν ακούω χτυπιά .
- Α , στο παραθύρι θάναι, λέω ευθύς, και με ζητάνε ,
Ας ιδώ τώρα ποιος νάναι, φτάνει το μυστήριο πια,
Η καρδια μου δεν αντέχει, φτάνει το μυστήριο πια
Θάναι ο αγέρας μοναχά.
Τότε τα παντζούρια ανοίγω , όμως μια κραυγή μου πνίγω
Καθώς βλέπω ένα κοράκι μες στο δώμα να περνά .
Η ευγένεια δεν το νοιάζει κι ούτε που με λογαριάζει ,
Μα γαντζώνει στο περβάζι της εσώπορτας στερνά .
Μα γαντζώνει και κουρνιάζει στη μαρμάρινη Αθηνά
Και κυττάζει μοναχά.
Πως ανάπνευσα στ’ αλήθεια και γελώντας απ’ τα στήθεια ,
Λέω , από παλιά συνήθεια , στ’ όρνιο με τη κρύα ματιά :
- Κι αν σου κόψαν το λοφίο κι αν σ’ αφήκαν έτσι αστείο
Μαυροπούλι άλλοτε θείο , που πλανιέσαι στη νυχτιά,
ποιό είναι τάχα τ’ όνομά σου μες την άραχνη νυχτιά;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Θάμασα πολύ μου ακόμα τόρνιο , που είχε ανθρώπου στόμα ,
Μα τα λόγια του όλο σκώμα δε μου μάθανε πολλά .
Γιατί αλήθεια , είναι σπουδαίο και περίεργο και μοιραίο ,
Αν μια νύχτα , σας το λέω , δείτε κάπου εκεί ψηλά
Κουρνιασμένο ένα κοράκι στην Παλλάδα, να μιλά
Και να λέει : Ποτέ πιά !
Τ ‘ όνομά του θα μου κράζει , σκέφτηκα , μα τι με νοιάζει ,
΄Ισως πάλι να νυστάζει και τα λόγια του ξεχνά .
΄Ομως τούτο ούτε σαλεύει κι είναι ως κάτι να γυρεύει
Και του κρίνουμαι : – Περσεύει κι άλλος τόπος εδωνά ,
Την αυγή θα φύγεις πάλι σαν ελπίδα που περνά .
Και μου λέει : Ποτέ πια !
Τρόμαξα στ’ αλήθεια μου , όντας , μου δευτέρωσε μιλώντας ,
- Δίχως άλλο , είπα σκιρτώντας , τούτο ξέρει μοναχά .
Κάποιος πρώην κύριός του , θάκλαψε πολύ , ο καϋμός του
΄Ισως νάγινε δικός του και για τούτο αγκομαχά
Και του απόμεινε στη σκέψη κι είναι σα να ξεψυχά
Λέγοντάς μου : – Ποτέ πια !
Και τη θλίψη μου ξεχνώντας έστρεψα σ’ αυτό γελώντας
Την καρέκλα μου τραβώντας στο κοράκι αντικρυνά .
Μα στο κάθισμά μου απάνω , χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
Και στο νου μου τώρα βάνω για ποιό λόγο αληθινά
Σα μιαν επωδή μακάβρια να μου λέει όλο ξανά
Το κοράκι : Ποτέ πια !
Γρίφος θάναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου
Και κυττώντας τη ματιά του που μου τρύπαε την καρδιά ,
Γέρνω ωραία μου το κεφάλι , στο δικό της προσκεφάλι ,
Όπου αντιφεγγούσε πάλι , σαν και τότε μια βραδυά ,
Με το βιολετί βελούδο, σαν και τότε μια βραδυά
Και που δε θ’ αγγίξει πια !

Ξάφνου ως νάνοιωσα μου εφάνη γύρω μου άκρατο λιβάνι
Και πλημμύρα να μου φτάνει σύννεφο η θεία του καπνιά .
- ΄Αθλιε , φώναξα , στοχάσου , που ο Θεός στέλνει κοντά σου .
Αγγέλους να σου σταλάσουν νηπενθές για λησμονιά ,
Πιέστο , ω , πιέστο , τη Λεωνόρα να ξεχάσεις μ’ απονιά ,
Και μου λέει : – Ποτέ πια !
Α , προφήτη , κράζω ,ωιμένα , κι αν του δαίμονα είσαι γέννα
Κι αν ο Πειρασμός σε μένα , σ’ έστειλε απ ‘ τη γης βαθειά ,
Κι αν σε τόπο ρημαγμένο σ’ έχει ρίξει απελπισμένο
Σ ‘ ένα σπίτι στοιχειωμένο με σκιές και με ξωθιά ,
Θάβρω στη Γαλαάδ , ω πες μου , θάβρω εκεί παρηγοριά ;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !
- Α , προφήτη , ανήλιαγο όρνιο κι αν πουλί σαι κι αν δαιμόνιο
Απ’ το σκότος σου το αιώνιο κι απ ‘ την κρύα σου συννεφιά.
Πες μου , στης Εδέμ τα δάση , θάβρει ο νους μου ν’ αγκαλιάσει
Μια παρθένα πούχει αγιάσει κι έχει αγγέλους συντροφιά ,
Μιαν ολόλαμπρη παρθένα , πούχει αγγέλους συντροφιά ;
Και μου λέει : Ποτέ πιά !
Φύγε στ’ άγριά τα σου μέρη , όρνιο ή φάντασμα , ποιος ξέρει
Αν αυτό που σ’ έχει φέρει δεν σε καταπιεί ξανά .
Κι ούτε ένα μικρό φτερό σου να μη μείνει εδώ δικό σου ,
Φώναξα , και το φευγιό σου να χαθεί στα σκοτεινά .
Πάρε και το κρώξιμό σου πέρα από την Αθηνά .
Και μου λέει : – Ποτέ πια !
Κι από τότε εκεί δεμένο , το κοράκι , καθισμένο
Μένει πάντα κουρνιασμένο στη μαρμάρινη θεά .
Κι η ματιά του όπως κυττάζει , με ματιά δαιμόνιου μοιάζει
Κι η νυχτιά που το σκεπάζει του στοιχειώνει τη σκιά .
Α , η ψυχή μου , δε θα φύγει μια στιγμή απ’ αυτή τη σκιά .
Δε θα φύγει ποτέ πια !
 
 
 

Γ - μετάφραση Ηλίας Πολυχρονάκης

 Το Κοράκι 
Μετάφραση :

ΜΙΑ φορά, τα μεσάνυχτα τα σκοτεινά, αδύναμος και αποκαμωμένος καθώς συλλογιζόμουν, πάνω σε ένα πολύ ασυνήθιστο και περίεργο τόμο απολησμονημένης γνώσης, έγειρα το κεφάλι, ίσα που μ' έπαιρνε ο ύπνος· τότε έξαφνα, έρχεται ένας ανάλαφρος σιγανός χτύπος, όπως όταν κάποιος χτυπάει ευγενικά την πόρτα του δωματίου μου.  «Κάποιος επισκέπτης θα είναι» μουρμούρισα «που χτυπάει την πόρτα του δωματίου μου— Μόνο αυτό και τίποτα παραπάνω».
 
Αχ! Χαρακτηριστικά θυμάμαι πως ήταν τον ανεμοδαρμένο παγερό Δεκέμβρη, και η κάθε μια ξεχωριστή ξεθρακιασμένη σπίθα άπλώνε βαθμιαία το φάσμα της στο πάτωμα. Ανυπόμονα ευχόμουν να έρθει το αύριο — μάταια είχα γυρέψει να δανειστώ από τα βιβλία μου  ένα τρόπο να δοθεί τέλος στη λύπη, την λύπη για την απολεσθείσα Λενόρ την εξαίρετη κι’ απαστράπτουσα κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ — εδώ όμως μένει παντοτινά.χωρίς όνομα να την καλούν.
 
  Και το μεταξένιο, λυπητερό, αβέβαιο θρόισμα της κάθε μιας βυσσινί κουρτίνας, μου γεννούσε το ρίγος της συγκίνησης, με καταλάμβανε με τέτοιους φανταστικούε τρόμους που δεν τους είχα νοιώσει ποτέ πριν. Έτσι που, τώρα, για να νεκρώσω το δυνατό μου χτυποκάρδι, στάθηκα όρθιος και είπα σα να επαναλάμβανα: «Κάποιος επισκέπτης θα είναι στην θύρα της κάμεράς μου που εκλιπαρεί να εισέλθει. Κάποιος αργοπορημένος επισκέπτης που εκλιπαρεί από την πόρτα του δωματίου μου να εισέλθει. Για αυτό πρόκειται και όχι για κάτι περισσότερο». 
 
 Η ψυχή μου γυρίζοντας στη θέση της ενδυναμώθηκε, και πλέον δεν ήταν σε δισταγμό.  «Κύριε» είπα εγώ, «ή Κυρία, ειλικρινά εκλιπαρώ την συγχώρεσή σας, αλλά το γεγονός είναι ότι με πήρε ο ύπνος κι έτσι ανάλαφρο που ήταν το άξαφνο σας χτύπημα, και τόσο υποτονικά που ήρθε το ελαφρύ άξαφνο χτύπημα, ο ανάλαφρος κρότος στη θύρα του δωματίου, που πολύ αμφιβάλλω αν Σας άκουσα» — εδώ ανοίγω διάπλατα την πόρτα — σκοτάδι εκεί και τίποτα άλλο.

  Κοίταξα ερευνητικά, βαθιά μέσα στο σκότάδι εκείνο, μένοντας εμβρόντητος εκεί, για πολύ, νοιώθοντας το δέος, την αμφιβολία, και βλέποντας όνειρα, που κανείς ποτέ θνητός δεν τόλμησε πιο πριν να ονειρευτεί. Όμως τίποτα δεν τάραζε την σιγαλιά, και η ακινησία δεν μου έδινε κάποιο σημείο, και η μόνη λέξη που ακούστηκε εκεί, ήταν η ψιθυριστή λέξη «Λενόρ». Αυτό ψιθύρισα εγώ, και μια ηχώ μου αντιγυρνά ψιθυριστά την λέξη «Λενόρ».    Απλώς αυτό και άλλο τίποτα
.
Ξαναγυρίζοντας στην κάμερα, φλεγόταν ολόκληρη η ψυχή μέσα μου και σε μικρό διάστημα άκουσα πάλι ένα ανάλαφρο χτύπο, κάτι δυνατότερο από το προηγούμενο. «Ασφαλώς» είπα εγώ, «ασφαλώς ετούτο είναι στο καφασωτό του παραθύρου μου, ας δω επομένως τι είναι σε εκείνο το σημείο και το μυστήριο αυτό να διερευνήσω—   ας νεκρώσω την καρδιά μου μια στιγμή και ας διερευνήσω το μυστήριο αυτό— Ο άνεμος θα είναι και άλλο τίποτα».  
 
Σε αυτό το σημείο ανοίγω το πατζούρι, όταν, με ένα πολύ φευγαλέο πέταμα και φτεροκόπημα, εκεί μέσα μπήκε ένα μεγαλόπρεπο Κοράκι των παλαιών ευσεβών εποχών. Χωρίς να κάνει βαθιά υπόκλιση, δίχως στιγμή να σταματήσει ή να σταθεί στη θέση του,  αλλά υποσκάπτοντας τους καλούς τρόπους, πήγε και κούρνιασε ψηλά στην θύρα της κάμεράς μου- κάθισε ψηλά, πάνω στο μπούστο της Παλλάδας, ακριβώς πάνω από την πόρτα της κάμεράς μου- κούρνιασε ψηλά και κάθισε χωρίς να κάνει τίποτα άλλο. 
 
Ύστερα, αυτό το πουλί στο μαύρο του εβένου ξεγέλασε την οικτρή μου ψευδαίσθηση να φτάσει σε χαμόγελο, με το βαρύ και άκαμπτο τυπικό της αταραξίας που φορούσε.  Του είπα «Μολονότι το λοφίο σου είναι απογυμνωμένο και ξυρισμένο είσαι εσύ, δειλό πάντως δεν είσαι, ειδεχθές, αποτρόπαιο και παλαιό Κοράκι που πλανιέσαι από την όχθη της Νύχτας— για πες μου ποιο είναι το αρχοντικό σου όνομα που σε καλούν στην όχθη της Υποχθόνιας Νύχτας!» «Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.  
 
Πολύ εξεπλάγην από το άκομψο αυτό πουλί, ακούγοντάς το να συνδιαλέγεται τόσο ανεπιτήδευτα, μολονότι η απάντησή του λίγα σήμαινε — μεγάλη συνάφεια δεν είχε. Διότι αναπόφευκτα συμφωνούμε ότι κανένα ζωντανό ανθρώπινο ον ποτέ δεν είχε την ευτυχία να δει ένα τέτοιο πουλί πάνω από την πόρτα της κάμαράς του— είτε επρόκειτο για πουλί, είτε για κτήνος, πάνω στο γλυπτό μπούστο ψηλά στην πόρτα της κάμεράς του, να έχει ένα τέτοιο όνομα όπως το «Ποτέ πια».  
 
   Αλλά το Κοράκι στεκόταν μοναχό σε αυτό το γαλήνιο μπούστο, λέγοντας μονάχα εκείνες τις λέξεις, λες και η ψυχή του ξεχείλιζε με εκείνες τις λέξεις. Τίποτε παραπέρα κατόπιν δεν εκστόμισε, και ούτε ένα πούπουλό του κατόπιν δεν πετάρισε— Ώσπου, μόλις ψιθυρίζοντας, μουρμούρισα: «Κι άλλοι φίλοι μου, από πριν, πάνε, πετάξανε και φύγανε— Σαν θα έρθει το πρωί και τούτο θα με αφήσει, όπως πέταξαν και πάνε οι Ελπίδες μου οι παλιές». Μετά το πουλί είπε, «Ποτέ πια». 
 
 Ξαφνιασμένος με την ακινησία που μόνο η τόσο επιδέξια δοσμένη απάντηση την διέκοπτε, είπα: «Δίχως αμφιβολία, αυτό που εκφέρει είναι το μόνο του εφόδιο και υλικό που γράπωσε από κάποιον δυστυχισμένο αφέντη που η ανηλεής του Kαταστροφή τον ζύγωνε όλο και πιο κοντά, μέχρι που τα τραγούδια του μία μοναδική επωδό να φέρουν, μέχρι που οι θρήνοι της Ελπίδας του να φέρνουνε το μελαγχολικό φορτίο του Ποτέ — Ποτέ πια». 
 
 Αλλά το Κοράκι ακόμη ξεστράτιζε την καταλυπημένη μου ψυχή στο γέλιο, Ευθύς, τσούλησα ένα κάθισμα με μαξιλάρια μπροστά από το πουλί και το μπούστο και την πόρτα. Κατόπιν, βουλιάζοντας πάνω στο βελούδο, επιδόθηκα σε συνδυασμούς της μιας φαντασίωσης με την άλλη, Σκεπτόμενος τι είναι εκείνο το οποίο εννοεί το δυσοίωνο — του παλαιού καιρού— πουλί, Τι είναι εκείνο το οποίο εννοούσε το ζοφερό, άχαρο, ειδεχθές, πένθιμο και δυσοίωνο —του παλαιού καιρού— πουλί Τι εννοούσε κρώζοντας «Ποτέ πια».
 
  Έτσι ήμουν καθισμένος, κλεισμένος σε εικασίες, χωρίς να εκφράσω ούτε συλλαβή στο πουλί, του οποίου τα φλογισμένα μάτια τώρα βάζανε φωτιά στα ενδόμυχα της καρδιάς μου· Για ετούτα και για άλλα, καθόμουν κι έκανα εικασίες με το κεφάλι μου αναπαυτικά πλαγιασμένο,στην βελούδινη επένδυση του μαξιλαριού, όπου έπεφτε χαιρέκακα το φως της λάμπας. Αλλά όμως εκείνης ακριβώς της βελούδινης μενεξεδένιας επένδυσης όπου χαιρέκακα έπεφτε το φως της λάμπας, και που Εκείνη δεν θα πέσει, αχ, ποτέ πια. 
 
 Κατόπιν μου φάνηκε να πυκνώνει ο αέρας, αρωματιζόμενος από κάποιο αόρατο θυμιατήρι που το έσειε ένα Σεραφείμ και τα βήματά του κουδούνιζαν στο πυκνό δάπεδο. «Φουκαρά» είπα με φωνή μεγάλη, «ο Θεός έχει προσφέρει σε εσένα — δια μέσω αυτών των αγγέλων, έχει προσφέρει σε εσένα Ανακούφιση — ανακούφιση και νηπενθές από τις αναμνήσεις της Λενόρ! Πίνε, ω, πίνε με γουλιές μεγάλες αυτό το ευγενικό το νηπενθές και ξέχασε αυτήν την απολεσθείσα Λενόρ». «Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.  
 
   «Προφήτη!» είπα «το πράγμα του κακού! — προφήτη εντούτοις, μια πουλί μια διάβολος είτε σε στέλνει ο Πειρασμός, ή και αν η θύελλα σε στριφογύρισε και σε έριξε εδώ στην ξηρά, Εγκαταλελειμμένο, απτόητο παρ' όλα αυτά, σε αυτή την έρημη χώρα σε έριξε δεμένο με μάγια — σε αυτό το σπίτι που το στοίχειωσε η Φρίκη - έλα, πες μου, αληθινά, σε παρακαλώ, πες μου πες μου εκλιπαρώ, βρίσκεται κάποιο βάλσαμο παρηγοριάς στα βουνά της Γαλαάδ;» «Ποτέ πια», είπε το Κοράκι. 
 
 «Προφήτη!» είπα «της συμφοράς το πράγμα! - προφήτη εντούτοις, είτε πουλί είτε διάβολος! Στο όνομα του ουρανού που πάνω μας κυρτώνει, στο όνομα του Θεού που και οι δυο μας λατρεύουμε— Λέγε σε ετούτη την ψυχή την φορτωμένη θρήνο, λέγε αν μέσα στην μακρινή Εδέμ, Πρόκειται να σφίξει στην αγκαλιά της μια αγιασμένη κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ-  Αν σφίξει μια εξαίρετη και απαστράπτουσα κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ— Αν σφίξει μια εξαίρετη και απαστράπτουσα κόρη που Λενόρ την αποκαλούν οι άγγελοι». «Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.
 
  «Το σύμβολο του αποχωρισμού μας να γίνουνε αυτές οι λέξεις, πουλί ή πνεύμα του κακού!» Με μια στριγκλιά σηκώθηκα, κάνοντας μια κίνηση αναρρίχησης — «Να επιστρέψεις στη θύελλα και στην όχθη της Καταχθόνιας Νύχτας! Μαύρο φτερό να μην αφήσεις σαν ενθύμημα του ψεύδους που έχεις πει από την ψυχή σου! Μη μου ταράζεις τη μοναχικότητα! Φύγε απ' το μπούστο πάνω απ' την πόρτα μου! Πάρε το ράμφος σου από τα μύχια της καρδιάς μου, και πάρε τη μορφή σου μακρυά απ' την πόρτα μου!» «Ποτέ πια», είπε το Κοράκι. 
 
   Και του Κορακιού το γρήγορο αθόρυβο πέταγμα δεν ακούγεται, ακίνητο κάθεται, ασάλευτο κάθεται, στο κατάχλομο μπούστο της Παλλάδας, πάνω ακριβώς από την πόρτα της κάμερας και τα μάτια του έχουνε τα πάντα απ' την όψη ενός δαίμονα που ρεμβάζει, και το φως της λάμπας χύνεται απάνω του, ρίχνοντας στο δάπεδο τη σκιά του· και η ψυχή μου, από μέσα από τη σκιά που κινείται και απλώνεται στο πάτωμα, δεν θα ανασηκωθεί — ποτέ πια