Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Σπάνια ιστορικά δοκίμια - Ηράκλειος (1α)

ΠΑΥΛΟΣ  ΚΑΡΟΛΙΔΗΣ

Ο Παύλος Καρολίδης (1849-1930) ήταν ιστορικός, πολιτικός και καθηγητής Πανεπιστημίου. Επίσης βουλευτής Αιδινίου στην Τουρκική βουλή για δύο περιόδους. Ως ιστορικός μελετητής εγκαινίασε το έργο του για την ιδιαίτερη πατρίδα του την Καππαδοκία και σιγά σιγά διεύρυνε το πεδίο του επεκτείνοντάς το σε όλο το Μικρασιατικό Ελληνισμό, στο Ελληνικό Έθνος και σ΄ όλον το κόσμο. Γενικά, στο όλο έργο του, ο Καρολίδης ασχολείται πιο πολύ με το γεωγραφικοπολιτικό γίγνεσθαι, με τις μετακινήσεις των λαών, με τους πολέμους και τις εμφύλιες συγκρούσεις και λιγότερο με την πολιτιστική εξέλιξη.[1]

Βιογραφία

Γεννήθηκε στο Ανδρονίκιο (Εντιρλούκ) της Καππαδοκίας το 1849. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στη Μεγάλη του Γένους Σχολή της Κωνσταντινούπολης και στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης, σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε στη Γερμανία. Δίδαξε στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη έως το 1886, οπότε εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου διορίστηκε υφηγητής και το 1893, μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, καθηγητής της γενικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Απολύθηκε για πολιτικούς λόγους το 1918 και διορίστηκε στην ίδια θέση μετά πό δύο χρόνια.
Μετά το Νεοτουρκικό κίνημα έγινε μέλος της τουρκικής βουλής ως βουλευτής Αϊδινίου (1908-12). Οι πρωτοβουλίες του κατα την περίοδο αυτή και γενικά η πολιτική γραμμή που ακολούθησε προκάλεσαν πολλές αντιδράσεις και επικρίσεις στην Ελλάδα, καθώς πίστευε ότι η πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας έπρεπε και ήταν δυνατόν να επιτευχθεί όχι με πόλεμο αλλά με την ειρηνική διείσδυση των Ελλήνων στον τουρκικό πολιτικό και κοινωνικό βίο και την ανάδειξη τους σε κυρίαρχο παράγοντα μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία.[2]

Συγγραφικό έργο

Το συγγραφικό έργο του είναι ογκωδες. Τα κυριότερα έργα του είναι:
  • Καππαδοκία (1874)
  • Γλωσσάριον συγκριτικό ελληνοκαππαδοκικών, 1885
  • Ιστορία του ΙΘ΄αιώνος, (1814-92 1892), 3 τόμοι
  • Η ενεστώσα κατάστασις εν τω Αγίω Όρει, 1896
  • Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας, 1906
  • Παγκόσμιος Ιστορία (4 τ.), 1926

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΗΡΑΚΛΕΙΟΣ

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΩΦΕΛΙΜΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1904

ΕΚΔΟΣΕΙΣ TOΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΩΦΕΛΙΜΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

ΑΡΙΘ. 56 — AΥΓOYΣTOΥ 1904

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑ ΡΑΦΤΑΝΗ-ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΗΡΑΚΛΕΙΟΣ

 

ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΗΡΑΚΛΕΙΟΣ

  Α'. Εισαγωγή…………………………………….. 3
  Β'. Ο Ηράκλειος μέχρι της εις τον Θρόνον αναβάσεως του.. 8
  Γ'. Τα μέχρι της πρώτης εκστρατείας του Ηρακλείου…… 13
  Δ'. Η πρώτη εκστρατεία του Ηρακλείου (622 — 623 μ. Χ.)..31
  Ε'. Δευτέρα εκστρατεία (623 — 624 μ. Χ.)…………….38
  ς'. Η τρίτη εκστρατεία…………………….. …….43
  Ζ'. Η τετάρτη εκστρατεία του Ηρακλείου (625 μ.Χ.)…… 50
  Η'. Η πέμπτη εκστρατεία του Ηρακλείου (626) ……….. 52
  Θ'. Η πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Αβάρων
      (626 μ. Χ.)…………………………………. 60
  Ι'. Ο Ηράκλειος εις την Περσίαν (626)……………… 69
 ΙΑ'. Η εκστρατεία του 627 μ. Χ…………………….. 70
 ΙΒ'. Το τέλος του πολέμου…………………………. 76
 ΙΓ'. Επιστροφή του αυτοκράτορος……………………. 79
 ΙΔ'. Η ύψωσις του Σταυρού ………………………… 82
 ΙΕ'. Οι κατά των Αράβων πόλεμοι του Ηρακλείου……….. 83
 
Α'. — Εισαγωγή.

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΗΡΑΚΛΕΙΟΣ

Είς των μεγάλων αυτοκρατόρων, εις τους οποίους το χριστιανικόν Ελληνικόν κράτος του Βυζαντίου και αυτό το χριστιανικόν έθνος των Ελλήνων οφείλει την επί αιώνας δύναμιν, το μεγαλείον, την δόξαν, εν μέρει δε και αυτήν την εθνικήν ύπαρξιν, είνε ο Ηράκλειος. Ο Ηράκλειος έζησε και εβασίλευσεν εις χρόνους, κατά τους οποίους το έθνος ευρίσκετο εν μέσω μεγάλων περί ζωής και υπάρξεως κινδύνων. Εσώθη από των κινδύνων τούτων μόνον διά των μεγάλων και σπανίων αρετών, τας οποίας είχε και ως βασιλεύς και ως άνθρωπος. Μεγαλοφυία στρατιωτική και πολιτική, ευσέβεια χριστιανική, φιλοπατρία, βαθεία συνείδησης των βασιλικών καθηκόντων και πιστή εκτέλεσις αυτών και τέλος η ανδρεία και η γενναιότης ήσαν αι κυριώταται των αρετών τούτων. Και εις αυτόν δε τον βασιλικόν θρόνον ανήλθεν ο Ηράκλειος και εστερεώθη όχι κατά δικαίωμα γεννήσεως και κληρονομίας· διότι ιδιώτης ων και πολίτης απλούς εν μέσω μεγάλων κινδύνων έγεινε βασιλεύς, υπ' αυτού του λαού προχειρισθείς εις την υπερτάτην αρχήν, διά να σώση το κράτος, την πίστιν και το έθνος. Και τα έσωσε διά μεγάλων, γενναίων και ενδόξων αγώνων. Ο Ηράκλειος εβασίλευσε κατά τον έβδομον μ. Χ. αιώνα, από 610 μέχρι 641 μ. Χ. Κατά τους χρόνους εκείνους, και εν γένει καθ' όλους τους χρόνους κατά τους οποίους υπήρχε το Ελληνικόν χριστιανικόν κράτος του Βυζαντίου, τοιούτον περίπου ήτο το πολίτευμα ή το πολιτειακόν σύνταγμά του, ώστε από της ηθικής ποιότητος και της ηθικής αξίας του εκάστοτε βασιλέως εξηρτάτο η ύπαρξις ή η καταστροφή, η ευτυχία ή η δυστυχία, η δόξα ή η αδοξία του κράτους και του έθνους. Και διά τούτο το βασιλικόν αξίωμα ήτο πολύ σπουδαιότερον εις το κράτος εκείνο παρά εις πολλά των σημερινών κρατών της Ευρώπης. Περισσοτέραν διά τούτο σημασίαν είχαν και τα αφορώντα εις τας προσωπικάς αρετάς και κακίας των βασιλέων.
Δεν θα δυνηθώμεν να εννοήσωμεν καλώς την ιστορίαν του Ηρακλείου ούτε πώς, απλούς πολίτης αυτός, ανήλθεν εις τον αυτοκρατορικόν θρόνον, αν δεν είπωμεν πρώτον ολίγα τινά προς εξήγησιν του εξής: Ποία ήτο η θέσις και η σημασία του αυτοκρατορικού αξιώματος εις το κράτος εκείνο, το οποίον ονομάζεται συνήθως και από ημάς και από τους Ευρωπαίους Ελληνορωμαϊκόν, συνηθέστερον δε Βυζαντινόν.
Το Βυζαντινόν λεγόμενον κράτος είχε πολίτευμα κατ' ουσίαν μοναρχικόν απόλυτον. Ο μονάρχης, ο καλούμενος βασιλεύς και αυτοκράτωρ των Ρωμαίων, δεν ήτο μόνον υπέρτατος άρχων της πολιτείας, αλλ' ήτο και απόλυτος κύριος του κράτους, μόνος νομοθέτης και υπέρτατος δικαστής. Αυτός είχε και την πραγματικήν υπερτάτην αρχηγίαν του στρατού και του στόλου και ανευθύνως και ανελέγκτως καθ' όλα εκυβέρνα την πολιτείαν. Μόνον εις την Εκκλησίαν δεν εξετείνετο η απόλυτος αρχή του αυτοκράτορος· αλλά και εκεί είχε μεγάλην δύναμιν, διότι αυτός έδιδε την άδειαν προς σύγκλησιν μεγάλων συνόδων και πολλάκις ανεμιγνύετο και εις ζητήματα εκκλησιαστικά και συνήργει σπουδαίως εις την λύσιν των.
Αντιπροσωπεία εθνική, ήτοι βουλή, καθώς την εννοούμεν, δεν υπήρχεν. Όλοι οι ασκούντες την εξουσίαν ήσαν τότε υπεύθυνοι μόνον απέναντι του αυτοκράτορος, υπό τούτου διοριζόμενοι και παυόμενοι και υπό τούτου αμειβόμενοι ή τιμωρούμενοι και απ' αυτού μόνου εξαρτώμενοι. Είνε αληθές ότι υπήρχε μέγα συμβούλιον, καλούμενον Σύγκλητος ή Βουλή ή Σύγκλητος βουλή, αλλά δεν αντεπροσώπευε τον λαόν ούτε υπό του λαού εξελέγετο. Ήτο συμβούλιον, του οποίου τα μέλη ήσαν ανώτεροι λειτουργοί του κράτους, πολιτικοί και στρατιωτικοί. Η τοιαύτη βουλή είχε βεβαίως αξίαν τινά ηθικήν, διότι τα μέλη της ήσαν άνδρες απολαύοντες μεγάλης τιμής εις την κοινωνίαν και γνωρίζοντες καλώς τα πράγματα του κράτους. Αλλά οι λόγοι, αι γνώμαι και αι αποφάσεις της βουλής είχαν κύρος απλώς ηθικόν, όχι νομικόν και υποχρεωτικόν. Οι βασιλείς ούτε ήσαν υποχρεωμένοι να υπακούουν εις τας γνώμας αυτής, ούτε ήσαν υπεύθυνοι προς αυτήν. Κατά τούτο η βουλή του Βυζαντινού Κράτους ωμοίαζε προς την Γερουσίαν της σημερινής Ρωσίας.
Η Εκκλησία, οσάκις μάλιστα είχεν αξίους αρχηγούς, ήτο ισχυρός χαλινός εις την αυθαιρεσίαν των αυτοκρατόρων. Όχι μόνον δε πατριάρχαι και άλλοι αρχιερείς γενναίοι, αλλ' ενίοτε και απλοί μοναχοί ηδύναντο να επιτιμήσουν τας πράξεις των ηγεμόνων, ιδίως τας εις τον ηθικόν βίον αναφερομένας.
Αλλά, μεθ' όλα ταύτα, η δύναμις και η εξουσία του βασιλέως, και η πολιτική και η στρατιωτική, ήτο μεγίστη. Και αν μεν ήτο ανήρ αγαθός, κάμνων χρήσιν αγαθήν της εξουσίας, ηδύνατο να πράξη πολλά και μεγάλα καλά εις το κράτος και εις τους υπηκόους, αν δε κακός ή και απλώς αδρανής και ανίκανος, εγίνετο αίτιος πολλών και μεγάλων κακών.
Η βασιλική εξουσία δεν ήτο αυστηρώς κληρονομική, αλλ' ούτε αιρετή, γινομένη δι' εκλογής. Πολλάκις οι υιοί εκληρονόμουν τον πατέρα εις τον θρόνον κατά φυσικόν κληρονομικόν δικαίωμα· αλλά δεν υπήρχαν νόμοι καθορίζοντες τα της κληρονομίας του θρόνου ακριβώς και λεπτομερώς διά πάσας τας περιπτώσεις. Διά τούτο ενίοτε οι βασιλείς, ζώντες έτι, καθίστων τους υιούς των συμβασιλείς, διά να μένουν αυτοδικαίως βασιλείς μετά τον θάνατον του πατρός.
Όχι μόνον εν καιρώ κινδύνου ανηγορεύετο υπό του στρατού ο θεωρούμενος αξιώτατος, αλλά και καλώς εχόντων των πραγμάτων ανήρχοντο ενίοτε εις τον θρόνον οι θεωρούμενοι ως άριστοι και συνεβασίλευαν μετά των εκ κληρονομίας κατεχόντων τον θρόνον. Έχομεν και παραδείγματα βασιλέων, οι οποίοι υποδεικνύουν ως διαδόχους των όχι συγγενείς, αλλά τους αξίους της βασιλείας. Γυναίκες συνήθως δεν ανήρχοντο εις τον θρόνον, ούτε όμως υπήρχε προς τούτο νόμος απαγορευτικός. Η αυτοκρατορική εξουσία του Βυζαντίου, όπως προ αυτής η της Ρώμης, ως εξουσία κυρίως στρατιωτική, δεν μετέβαινεν εις γυναίκα. Διά τούτο πολύ ολίγαι γυναίκες ανέλαβαν την υπερτάτην αρχήν, και εκείναι συνήθως την ανέλαβαν ως κηδεμόνες ανηλίκων υιών και την εσφετερίσθησαν. Ή αι θυγατέρες των αυτοκρατόρων, αν τύχουν μόναι κληρονόμοι, αναβιβάζουν εις τον θρόνον, ως αυτοκράτορας πραγματικούς, τους συζύγους των. Η διαδοχή του θρόνου γίνεται πολλάκις διά στάσεως στρατιωτικής· αι στάσεις όμως δεν προέρχονται πάντοτε από πνεύμα στασιαστικόν, αλλ' από την υπερτάτην ανάγκην της σωτηρίας του κράτους. Τούτο έγινε και διά τον Ηράκλειον. Ενίοτε δε και οι κάτοικοι της πρωτευούσης ανεβίβαζαν και κατεβίβαζαν από του θρόνου τους αυτοκράτορας.
Η τοιαύτη κατάστασις, και προ πάντων η έλλειψις κληρονομικών νόμων ρυθμιζόντων τα της βασιλικής εξουσίας, φαίνεται πολύ ελαττωματική και ανατρεπτική πάσης ασφαλείας και μονιμότητος. Αλλά πρέπει να έχωμεν υπ' όψιν ότι αι περιστάσεις είνε σήμερον πολύ διάφοροι. Ό,τι φαίνεται εις ημάς ως προς τούτο κάκιστον, είχε τότε τα καλά του, και ό,τι σήμερον φαίνεται κάλλιστον, είχεν ή ηδύνατο να έχη τότε εις την εφαρμογήν πολύ το κακόν. Σήμερον η κληρονομικότης του θρόνου έχει τούτο το καλόν, ότι αφαιρεί πάσας τας έριδας περί της διαδοχής της υπερτάτης εξουσίας. Ο δε εις τον θρόνον ανερχόμενος, αν τύχη αγαθός, δύναται να πράξη πολλά αγαθά, αν δε κακός και ανίκανος, ελάχιστα κακά· διότι υπάρχουν και άλλαι αρχαί συμμεριζόμεναι την εξουσίαν. Αλλ' εις τους χρόνους εκείνους ο μονάρχης, είτε αγαθός είτε κακός, ήτο ο μόνος κύριος των πάντων. Και ηδύνατο μεν, αν ήτο αγαθός, να πράξη πολλά καλά, αλλά και κακός ων ηδύνατο να πράξη πολλά κακά και να φέρη το κράτος εις μεγάλας συμφοράς και εις όλεθρον. Πολλάκις δε άνθρωποι ανικανώτατοι ανήρχοντο εις τον θρόνον μόνον διά του δικαιώματος του κληρονομικού. Εις τοιαύτην λοιπόν περίστασιν αυτή η φύσις των πραγμάτων, τα συμφέροντα αυτά του κράτους επέβαλλαν την αλλαγήν του ανωτάτου άρχοντος. Αι εξ ανάγκης επερχόμεναι αυταί μεταβολαί είχαν και τούτο το καλόν, ότι ανεβίβαζαν εις την υπερτάτην αρχήν άνδρας του στρατού και του λαού, φέροντας εις τον θρόνον νέας δυνάμεις ηθικάς και ανακαινίζοντας και αναζωογονούντας την βασιλικήν εξουσίαν.
Β'. — Ο Ηράκλειος μέχρι της εις τον θρόνον αναβάσεώς του.
Ο Ηράκλειος ήτο πρωτότοκος υιός του στρατηγού Ηρακλείου, γεννηθείς εις την Καππαδοκίαν τω 575 μ. Χ. Ο πατήρ του Ηράκλειος ήτο ανήρ στρατιωτικός, σπουδαίον λαβών μέρος εις τας ενδόξους και νικηφόρους εναντίον των Περσών εκστρατείας, τας γενομένας επί του αυτοκράτορος Μαυρικίου. Τω 585 έγεινε δεύτερος, μετά τον αρχιστράτηγον Φίλιππον, αρχηγός του κατά Περσών πολέμου, το δε επόμενον έτος 586 απέκτησε μεγάλην φήμην, εκπορθήσας το οχυρόν φρούριον Μαζαρόν. Μετ' ολίγον δε, επιστρέψαντος του αρχιστρατήγου Φιλίππου εις Κωνσταντινούπολιν έμεινεν αυτός επί μακρόν αρχιστράτηγος, μέχρι της εις τον στρατόν αφίξεως του διαδόχου του Φιλίππου, του Κομεντιόλου. Τούτου αναλαβόντος την αρχιστρατηγίαν, οι Έλληνες ενικήθησαν από τους Πέρσας, αλλ' ο Ηράκλειος μετέβαλε την ήτταν εις νίκην φονεύσας τον αρχιστράτηγον των Περσών. Προς αμοιβήν δε ακριβώς του κατορθώματος τούτου διωρίσθη στρατηγός ή έξαρχος, ήτοι ανώτατος πολιτικός και στρατιωτικός διοικητής μιας των μεγίστων και σπουδαιοτάτων επαρχιών του κράτους, ήτοι της Αφρικής, περιλαμβανούσης τας σημερινάς χώρας της Τύνιδος, του Αλγερίου και του Μαρόκου.
Εις την Αφρικήν ευρίσκομεν τον πατέρα Ηράκλειον ότε υπό την αθλίαν κυβέρνησιν του αυτοκράτορος Φωκά εκινδύνευε το κράτος τον έσχατον κίνδυνον. Ο Ηράκλειος εκ της γυναικός του Επιφανείας είχε τρία τέκνα, τον Ηράκλειον, τον Θεόδωρον και την Μαρίαν. Ο υιός του Ηράκλειος εγεννήθη και ανετράφη εις την Καππαδοκίαν, έτυχε δε ανατροφής και παιδεύσεως χριστιανικής επιμελεστάτης. Η μήτηρ του Επιφάνεια ήτο ευσεβής και η ευσέβειά της επέδρασε μεγάλως εις την ηθικήν διάπλασιν και μόρφωσιν των τέκνων της. Νέος έτι ων ο Ηράκλειος, αν και δεν έλαβε μέρος εις πόλεμον μέχρι της εις τον θρόνον ανόδου του, ησκήθη όμως, καθώς φαίνεται, εις τα στρατιωτικά, κατά τους χρόνους της νεότητός του, ως απέδειξεν ο έπειτα βίος του. Εις ηλικίαν 34 ή 35 ετών εμνηστεύθη μετά της Φαβίας, θυγατρός επισήμου ανδρός. Η Φαβία και η μέλλουσα πενθερά της, η μήτηρ του Ηρακλείου, ευρίσκοντο, δεν ηξεύρομεν διά τίνα λόγον, εις Κωνσταντινούπολιν, ότε ο Φωκάς, εν μέσω των πανταχόθεν λυμαινομένων το κράτος του δεινών, παρεξετρέπετο εις ωμάς τυραννικάς πράξεις, προκαλών συνωμοσίας εναντίον του, και τους ανακαλυπτομένους συνωμότας απηνώς τιμωρών και φονεύων. Υποπτεύσας και τας μεταξύ της συγκλήτου και του εξάρχου της Αφρικής Ηρακλείου (του πατρός) γινομένας διαπραγματεύσεις και συνεννοήσεις, διέταξε να συλληφθούν η υπό του λαού της πρωτευούσης ένεκα της ευσεβείας της μεγάλως τιμώμενη μήτηρ του Ηρακλείου και η μνηστή του και να κλεισθούν εις την Μονήν της Νέας Μετανοίας, διά να χρησιμεύουν ως όμηροι της προς αυτόν πίστεως του εξάρχου της Αφρικής. Αλλ' εν τω μεταξύ ο νέος Ηράκλειος εβάδιζε προς την πρωτεύουσαν, διότι ο πατήρ του, παρακαλούμενος θερμώς από την Σύγκλητον, είχεν αποφασίση επί τέλους να στείλη τον υιόν του εις την πρωτεύουσαν.
Δύο ήρωες εκίνησαν συγχρόνως από την Αφρικήν διά να λυτρώσουν το κράτος από τας χείρας του Φωκά.
Εκ τούτων ο μεν ήτο ο υιός του εξάρχου, ο δε άλλος ήτο Νικήτας ο υιός του Γρηγορά, υποστρατήγου και συγγενούς του Ηρακλείου. Και ο μεν Ηράκλειος ήρχετο με στόλον διά θαλάσσης, φέρων και στρατόν πεζόν, στρατολογηθέντα από την Τύνιδα, το Αλγέριον και την Μαυριτανίαν (Μαρόκον). Ο δε Νικήτας διά ξηράς, επί κεφαλής στρατού πεζού, επορεύετο την μακράν οδόν από της Καρχηδόνος μέχρι της Κωνσταντινουπόλεως. Λέγεται ότι οι δύο ήρωες είχαν εκ των προτέρων συμφωνήση να αναγνωρισθή ως βασιλεύς από τον άλλον εκείνος εξ αυτών, ο οποίος θα προλάβη να νικήση τον Φωκάν.
Τα πλοία του Ηρακλείου ήσαν καστελλωμένα, δηλαδή πυργωτά, έφεραν δε εις τα κατάρτια εικόνας της Θεοτόκου. Όταν ο στόλος έφθασεν εις τον Ελλήσποντον, ο Ηράκλειος έμαθεν από τον διοικητήν της Αβύδου τα εν Κωνσταντινουπόλει γενόμενα. Εις την Άβυδον είχαν συναχθή πανταχόθεν οι εκ Κωνσταντινουπόλεως εξορισθέντες από τον Φωκάν. Εκεί ο μητροπολίτης της Κυζίκου Στέφανος επρόσφερεν εις τον Ηράκλειον στέμμα, το οποίον ετηρείτο εις Αρτάκην, εις τον ναόν της Θεοτόκου, αναγνωρίζων τρόπον τινά αυτόν από τούδε βασιλέα. Από την Άβυδον ο Ηράκλειος μετέβη εις την Ηράκλειαν της Θράκης (την αρχαίαν Πέρινθον) και εκείθεν εις Κωνσταντινούπολιν. Ο Φωκάς νομίζων, ως φαίνεται, ότι ο Ηράκλειος από την Ηράκλειαν έμελλε να επέλθη διά ξηράς εις την Κωνσταντινούπολιν, έστειλε τον αδελφόν του Στέφανον εις τα Μακρά Τείχη διά να τον αποκρούση. Αλλ' ο Ηράκλειος ηκολούθησε την διά θαλάσσης οδόν, και ο Στέφανος ιδών τούτο έσπευσεν εις την πόλιν διά να εμποδίση την απόβασιν. Εν τούτοις ο Ηράκλειος, την 30 Οκτωβρίου 610 μ. Χ., έφθασε μετά του στόλου εις την δυτικήν άκραν της Κωνσταντινουπόλεως, όπου ήτο το Επταπύργιον. Πλησίον εκεί εις τον όρμον της Σοφίας συνεκροτήθη την επομένην ημέραν αιματηρά ναυμαχία μεταξύ του στόλου του Ηρακλείου και του στόλου του Φωκά. Κατά την ναυμαχίαν εκείνην ο Ηράκλειος έδειξεν έξοχον ανδρείαν και εκτεθείς προσωπικώς εις μεγίστους κινδύνους εκέρδισε τελείαν νίκην.
Μόλις εγνώσθη εις την πόλιν το αποτέλεσμα, αμέσως ο λαός, του οποίου εθραύοντο τα δεσμά, ανευφήμησε τον Ηράκλειον ως αυτοκράτορα. Την επαύριον ο στρατός εγκατέλιπε τον Φωκάν και ενωθείς μετά του λαού τον απεκήρυξεν. Ο Φωκάς συνελήφθη υπό του στρατού και απεκδυθείς την βασιλικήν πορφύραν ωδηγήθη εις την ναυαρχίδα του Ηρακλείου, και εκεί εφονεύθη, ενώ ο λαός της Κωνσταντινουπόλεως έβλεπε τα γινόμενα από την παραλίαν. Ο Ηράκλειος απεβιβάσθη, εις την πόλιν εν μέσω των ευφημιών του λαού και επρόσφερε την βασιλείαν εις τον εκ θυγατρός γαμβρόν του Φωκά Κρίσπον, ο οποίος είχεν εγκαταλείψη τον πενθερόν του και είχε προσχωρήση προς τον Ηράκλειον διά να σώση το κράτος, καθώς έλεγεν, από τον τύραννον και να τιμωρήση τον φονέα του Μαυρικίου και των τέκνων του και όχι διά να απαιτήση διάδημα και πορφύραν. Ο Κρίσπος πράγματι απεποιήθη τον προσφερόμενον θρόνον, και τέλος ο Ηράκλειος συνήνεσε να αναλάβη αυτός την αρχήν και συνοδευόμενος από τον επευφημούντα λαόν μετέβη εις τα ανάκτορα. Την επαύριον εστέφθη ως βασιλεύς και αυτοκράτωρ από τον πατριάρχην Σέργιον εις τον ανακτορικόν ναόν του αγίου Στεφάνου. Την ιδίαν ημέραν εστέφθη ως Αυγούστα, δηλαδή βασίλισσα και αυτοκράτειρα, και η μνηστή του Φαβία, μετονομασθείσα Ευδοκία. Την ιδίαν ημέραν έλαβαν αμφότεροι παρά του Πατριάρχου και τους στεφάνους του γάμου. Ούτω κατά το φθινόπωρον του 610 μ. Χ. ανήλθεν εις τον θρόνον του Βυζ
Γ'. — Τα μέχρι της πρώτης εκστρατείας του Ηρακλείου.
Όταν ο Ηράκλειος ανήλθεν εις τον θρόνον, η κατάστασις του κράτους ήτο εις άκρον αθλία. Κατά τα οκτώ έτη της αιματηράς κυβερνήσεως του Φωκά πάσα τάξις είχεν εκλείψη εις το κράτος. Το σύστημα ηγεμόνος ακολάστου κυβερνώντος διά της βίας και της σφαγής είχε καταβάλη το φρόνημα των υπηκόων και είχε διαφθείρη τα ήθη. Ούτε φρόνημα γενναίον ούτε αίσθημα πατρίδος και θρησκείας εζωογόνει ηθικώς το κράτος και τον λαόν. Ιδίως εις τον στρατόν επεκράτει πνεύμα στασιαστικόν, είχε δε εκλείψη πας νόμος πειθαρχίας. Εκ των γενναίων πολεμιστών, οι οποίοι είχαν τοσάκις νικήση υπό τας σημαίας του Μαυρικίου, οι πλείστοι είχαν πέση υπό τα ξίφη των Περσών. Τα νέα επί του Φωκά στρατολογηθέντα στίφη ήσαν άτακτα, άνευ πειθαρχίας και φρονήματος. Αι πλείσται των Ασιατικών επαρχιών ήσαν παραδεδομέναι εις το έλεος των Περσών, εις τας φλόγας και εις την ερήμωσιν. Ολόκληρος η Αρμενία και η Ασσυρία είχαν καταληφθή από τους Πέρσας. Ανθηρόταται πόλεις μεταξύ του Τίγρητος και του Ευφράτου είχαν πάθη καταστροφάς φοβεράς και μυριάδες των κατοίκων είχαν απαχθή εις αιχμαλωσίαν. Ολίγους δε μήνας μετά την εις τον θρόνον ανάβασιν του Ηρακλείου οι Πέρσαι διαβάντες τον Ευφράτην, την άνοιξιν του 611, κατέλαβαν όλας τας μέχρι της Αντιοχείας ακμαίας Ελληνικάς πόλεις. Ο στρατός ο αντιταχθείς εναντίον των Περσών κατεστράφη καθ' ολοκληρίαν.
Ο Ηράκλειος δεν ηδύνατο να θεραπεύση αμέσως την οικτράν κατάστασιν. Ούτε στρατόν είχεν αξιόμαχον, ούτε στρατηγούς ικανούς, ούτε την δέουσαν πολεμικήν παρασκευήν. Ο στρατός, τον οποίον έφερεν ο ίδιος από την Αφρικήν, ήτο ανεπαρκής. Και ήλθε μεν μετ' ολίγον μετά στρατού και ο προμνημονευθείς εξάδελφος του Νικήτας, θερμότατης τυχών δεξιώσεως παρά του Ηρακλείου· αλλά και πάλιν ο όλος στρατός ήτο μικρός αναλόγως των αναγκών της στιγμής. Ο δε μόνος άξιος στρατηλάτης και σύμβουλος αγαθός και πιστός του Ηρακλείου ήτο ο Νικήτας. Μετά την καταστροφήν του στρατού της Συρίας είς μόνος ακόμη υπήρχε στρατός εις την Ασίαν, ο προς άμυναν της Μικράς Ασίας σταθμεύων εις την Καισάρειαν. Αρχιστράτηγον αυτού διώρισεν ο Ηράκλειος τον γαμβρόν του Φωκά Κρίσπον. Ενώ αι Ασιατικαί επαρχίαι τόσα υπέφεραν από τους Πέρσας, αι Ευρωπαϊκαί επαρχίαι του Κράτους υπέκειντο εις αδιαλείπτους επιδρομάς Αβάρων, Βουλγάρων και Σκλαβηνών (Σέρβων, Κροατών και άλλων), η δε Ιταλία υπέφερε πολλά από τους εισβαλόντας Λομβαρδούς, έθνος Γερμανικόν βάρβαρον.
Εν μέσω τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων ο Ηράκλειος εσκέφθη να συνάψη ειρήνην έντιμον προς τον κινδυνωδέστερον των πολεμίων, τον βασιλέα των Περσών Χοσρόην. Ήλπιζε δε ότι ηδύνατο να το κατορθώση, καθόσον ο Χισρόης είχε κηρύξη τον πόλεμον διά να τιμωρήση τον Φωκάν ως σφετεριστήν του θρόνου και φονέα του ευεργέτου του Χοσρόη Μαυρικίου του αυτοκράτορος. Δεν υπήρχε λοιπόν λόγος διά να εξακολουθήση επί πλέον ο πόλεμος. Τούτο είπαν εις τον Χοσρόην οι πρέσβεις του Ηρακλείου. Αλλ' ο Χοσρόης το όνομα του Μαυρικίου είχε μεταχειρισθή μόνον διά να δικαιολογήση τον πόλεμον, και δεν έστεργε να ειρηνεύση τώρα, ότε είχε καταλάβη τόσας χώρας. Ήλπιζε μάλιστα ότι έμελλε να υποτάξη μετ' ολίγον και ολόκληρον το κράτος, τουλάχιστον το εν Ασία. Ο Χοσρόης ούτε ηξίωσε να δώση απάντησιν εις τους πρέσβεις και τους απέπεμψεν απράκτους.
Μετ' ολίγον ο Ηράκλειος περιωρίσθη εις άμυναν της πρωτευούσης. Διότι οι Πέρσαι, είτε αυτοί κατασκευάσαντες λέμβους, είτε παρά των Αβάρων και παρά των Βουλγάρων και Σλαύων λαβόντες πλοιάρια πειρατικά, επετέθησαν και κατά της Κωνσταντινουπόλεως, αλλ' απεκρούσθησαν απολέσαντες τεσσάρας χιλιάδας ανδρών. Η ανάγκη της αμύνης της Κωνσταντινουπόλεως και η έλλειψις χρημάτων και ο από των Αβάρων και Βουλγάρων κίνδυνος δεν επέτρεπαν εις τον Ηράκλειον ούτε τώρα να παρασκευασθή σοβαρώς εις πόλεμον. Προς τοις άλλοις δε εξερράγη τότε (618) και λοιμός εις Αίγυπτον διαδοθείς εις πολλάς χώρας της Ευρώπης και μαστίσας την Κωνσταντινούπολιν και πολλάς χώρας του κράτους. Τέλος εσκέφθη ότι όπως όπως ήτο ανάγκη να απαλλαγή τουλάχιστον των Αβάρων, οι οποίοι είχαν στρατεύσει εις Θράκην. Έστειλε λοιπόν πρέσβεις προς τον Χαγάνον και εζήτησεν ειρήνην. Ο Χαγάνος συνήνεσεν, αλλ' εζήτησε να έλθη εις συνέντευξιν προς τον Ηράκλειον.
Μετ' ολίγον οι Πέρσαι κατέλαβαν την μεγάλην πόλιν Αντιόχειαν και ολόκληρον την βόρειον Συρίαν. Και μέρος μεν του στρατού των επροχώρησεν εις την Μικράν Ασίαν, μέρος δε εις την Παλαιστίνην. Η Παλαιστίνη και η Φοινίκη υπέφεραν και από άλλους εχθρούς. Εις τας χώρας εκείνας ευρίσκοντο πολυάριθμοι Ιουδαίοι, ιδίως εις Τύρον, όπου ο πληθυσμός αυτών ανήρχετο εις 40 χιλιάδας. Οι Ιουδαίοι ούτοι ενθαρρυνθέντες από την Περσικήν εισβολήν επανεστάτησαν, και επετέθησαν μάλιστα κατά της Τύρου, αλλ' ηττήθησαν πανταχού. Μετ' ολίγον όμως, ότε οι Πέρσαι εισέβαλαν εις την Παλαιστίνην, εξήφθη δεινότατα το κατά των Χριστιανών φανατικόν μίσος των. Ότε δε οι Πέρσαι κατέλαβον τω 614 αυτήν την αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ, είκοσι χιλιάδες Ιουδαίοι ωπλίσθησαν διά να σφάξουν τους Χριστιανούς. Εις ενενήκοντα χιλιάδας αναβιβάζονται οι χριστιανοί, όσοι εφονεύθησαν τότε εις μόνην την Αγίαν πόλιν υπό των Περσών και των Ιουδαίων. Και αυτούς τους Χριστιανούς, τους οποίους οι Πέρσαι ηχμαλώτιζαν διά να τους πωλήσουν ως δούλους, τους ηγόραζαν οι Ιουδαίοι και τους εφόνευαν. Κατά την επιδρομήν εκείνην εφονεύθησαν και χιλιάδες μοναχών. Οι ασκηταί μοναχοί της περιφήμου μονής του αγίου Σάββα, κειμένης πέντε ώρας μακράν της Αγίας πόλεως, εσφάγησαν ανηλεώς, μέχρι δε της σήμερον εις το προαύλιον της μονής διατηρείται μεγάλος σωρός από οστά των σφαγέντων μοναχών, μάρτυρες του μεγέθους της καταστροφής. Τότε συνελήφθη και απήχθη εις αιχμαλωσίαν εις τα ενδότερα της Περσίας και ο πατριάρχης της Ιερουσαλήμ Ζαχαρίας. Ό,τι δε εις μέγιστον βαθμόν ελύπησε τους Χριστιανούς ήτο η υπό των Περσών σύλησις του τιμίου ξύλου του Σταυρού. Ο Πέρσης στρατηγός Σάρβαρος ήρπασε τον Σταυρόν, τον έκλεισεν εις θήκην και τον εσφράγισε με την σφραγίδα του πατριάρχου προς πίστωσιν της ταυτότητος. Το ναΐδιον του Αγίου Τάφου και αι εκκλησίαι έγειναν παρανάλωμα του πυρός. Οι Πέρσαι επώλησαν τα ιερά σκεύη και όλα τα εκ των ευσεβών δωρεών των πιστών απ' αιώνων θησαυρισμένα πλούσια αφιερώματα. Η Γαλιλαία και αι όχθαι του Ιορδάνου ποταμού καθ' όλον το μήκος εκαλύφθησαν από ερείπια. Όσοι εκ των κατοίκων της Αγίας πόλεως και των λοιπών πόλεων της Αγίας Γης κατώρθωσαν να διαφύγουν τα ξίφος των Περσών, κατέφυγαν εις την Αίγυπτον και ιδίως εις την Αλεξάνδρειαν. Εκεί ευρήκαν φιλάνθρωπον περίθαλψιν από τον φιλανθρωπότατον πατριάρχην Αλεξανδρείας Ιωάννην τον Ελεήμονα. Ο άγιος ούτος πατήρ της Εκκλησίας, του οποίου εορτάζεται η μνήμη την 12 Νοεμβρίου, καθώς ήτο πάντοτε, ούτως εφάνη και εις την περίστασιν εκείνην ονόματι και πράγματι Ελεήμων. Έδειξε πατρικήν αγάπην και στοργήν προς τους φυγάδας, μεταβαίνων ο ίδιος εις τα ξενοδοχεία και τα νοσοκομεία, όπου τους εφιλοξένει περιποιούμενος τας πληγάς των και διανέμων διά της ιδίας χειρός τροφάς και ενδύματα. Έστειλε δε και ανθρώπους του εις την Ιερουσαλήμ μετά την αναχώρησιν των Περσών διά να μοιράσουν χρήματα, σίτον και ενδύματα εις τους δυστυχείς, όσοι είχαν επιστρέψει εκεί. Έπεμψε δε και άλλους κληρικούς με πολλά χρήματα εις τον Περσικόν στρατόν, διά να εξαγοράσουν αιχμαλώτους.
Αλλά μετ' ολίγον (τω 616 μ. Χ.) και η Αλεξάνδρεια και όλη η Αίγυπτος μέχρι των ορίων της Αβησσυνίας εις την αυτήν υπέκυψαν συμφοράν της Περσικής εισβολής. Η Αλεξάνδρεια ελεηλατήθη και η Αίγυπτος πολλαχού ηρημώθη. Αλλ' ενώ η Παλαιστίνη και η Αίγυπτος τοιαύτα έπασχαν δεινά, ο φοβερώτατος των κινδύνων επήρχετο εναντίον αυτής της πρωτευούσης.
Πριν ακόμη οι Πέρσαι προχωρήσουν εις την Παλαιστίνην, είχαν εισελάσει εις την Μικράν Ασίαν (612). Στρατός ισχυρός προς απόκρουσίν των δεν υπήρχεν. Ο μόνος εις το κέντρον της χώρας ταύτης, εις Καισάρειαν, σταθμεύων στρατός υπό τον Κρίσπον διετέλει και αυτός εις παραλυσίαν. Οι μεγάλοι εκείνοι γενναίοι στρατοί οι προ 15 ετών επί του Μαυρικίου τοσαύτα διαπράξαντες έργα είχαν εκλείψει. Εκ της απογραφής, την οποίαν ενήργησεν ο Ηράκλειος, εγνώσθη ότι εκ των πολλών εκείνων μυριάδων του στρατού του Μαυρικίου δύο μόνοι έζων έτι. Και όμως μόλις είχαν παρέλθει δέκα έτη από του θανάτου του Μαυρικίου! Ο Ηράκλειος μετέβη εις την Μικράν Ασίαν, επορεύθη μέχρι Καισαρείας, αλλ' ούτε στρατόν εύρεν αξιόμαχον ούτε κανένα στρατηγόν. Μετά την εις Κωνσταντινούπολιν επστροφήν του αυτοκράτορος οι Πέρσαι εκυρίευσαν και την Καισάρειαν της Καππαδοκίας και ηχμαλώτισαν άπειρον πλήθος ανθρώπων. Από της Καισαρείας επροχώρησαν προς το βορειανατολικόν της Μικράς Ασίας, και κατά το 616, το αυτό έτος κατά το οποίον η Αίγυπτος εκυριεύθη από τους Πέρσας, ο Πέρσης στρατηγός Σαήν(=Σαχίν) προήλασε μέχρι Χαλκηδόνος απέναντι της Κωνσταντινουπόλεως. Και δεν ηδυνήθησαν μεν οι Πέρσαι να την κυριεύσουν, πολύ δε ολιγώτερον να προσβάλουν την Κωνσταντινούπολιν, ως μη έχοντες άλλως και πλοία, αλλ' όμως και ούτω μεγάλη ήτο η ταραχή εις Κωνσταντινούπολιν, οπόθεν έβλεπαν οι κάτοικοι τους πολεμίους διά πυρός και σιδήρου ερημούντας πάσας τας πλησίον χώρας εις την απέναντι ασιατικήν παραλίαν. Τότε ο αυτοκράτωρ ενόμισεν ότι πριν πέση από τους Πέρσας η πολιορκουμένη Χαλκηδών έπρεπε να προβή εις διάβημά τι περί ειρήνης προς τους Πέρσας. Προς τούτο δεν εδίστασε να αποταθή εις τον Σαήν και να έλθη μάλιστα εις συνάντησίν του, πέμψας συγχρόνως πολλά και πολύτιμα δώρα. Όταν ο Αυτοκράτωρ απέβη εις την Ασιατικήν παραλίαν, έσπευσεν ο Σαήν εις προϋπάντησιν και ερρίφθη κατά πρόσωπον επί της γης, όπως οι Πέρσαι μεγιστάνες επροσκύνουν τους βασιλείς των. Έπειτα ελάλησε προς τον αυτοκράτορα μεγαλοφώνως περί των ωφελειών της μεταξύ των δύο κρατών διαρκούς ειρήνης και ωρκίσθη ότι αυτός επεθύμει διακαώς τοιαύτην ειρήνην. Παρεκάλεσε δε τον αυτοκράτορα να πέμψη πρέσβεις προς τον Χοσρόην και να ζητήση ειρήνην, υποσχόμενος ο ίδιος να συνοδεύση τους πρέσβεις και να συνηγορήση υπέρ της παραδοχής των προτάσεων του Ηρακλείου. Ο αυτοκράτωρ επιστρέψας εις Κωνσταντινούπολιν και συσκεφθείς μετά του πατριάρχου και της συγκλήτου απεφάσισε να πέμψη πρέσβεις προς τον Χοσρόην. Τοιούτοι δε διωρίσθησαν ο Έπαρχος της αυλής Ολύμπιος, ο έπαρχος της πόλεως Λεόντιος και ο οικονόμος της Εκκλησίας της Αγίας Σοφίας Αναστάσιος. Μετά των πρέσβεων τούτων απήλθε και ο Σαήν αφήσας πολιορκητικόν στρατόν εις την Χαλκηδόνα, αφού απέσυρε το μεγαλείτερον μέρος του στρατού του εις τα ενδότερα της Μικράς Ασίας.
Αλλ' εναντίον πάσης προσδοκίας του Σαήν, ο Χοσρόης κατελήφθη υπό μανίας και οργής, όταν είδε τον Σαήν μετά των πρέσβεων. Και προς μεν τους πρέσβεις είπεν υβριστικώς: «Δεν θα φεισθώ υμών, αν δεν αρνηθήτε τον Εσταυρωμένον, περί του οποίου λέγετε ότι είναι Θεός, και δεν προσκυνήσητε τον ήλιον.» Αποβλέψας δε προς τον Σαήν είπεν: «Άθλιε, ηρνήθης λοιπόν τον κύριόν σου, προσκυνήσας ξένον; Έπρεπε να συλλάβης τον Ηράκλειον και τον φέρης δέσμιον». Και διέταξε να εκδάρουν τον Σαήν ζώντα, και να κατασκευάσουν από το δέρμα του ασκόν, τους δε πρέσβεις να ρίψουν εις το δεσμωτήριον. Και ο μεν Λεόντιος απέθανεν εκεί ασθενήσας· οι δε άλλοι δύο έμειναν δέσμιοι μέχρις ου ο Ηράκλειος εισέβαλεν εις το Περσικόν κράτος, και τότε εφονεύθησαν διά ραβδισμών. Έστειλε δε τότε ο Χοσρόης και επιστολήν προς τον βασιλέα, εις την οποίαν ωνόμαζε τον εαυτόν του «βασιλέα και κύριον του κόσμου, τον ήλιον του μεγάλου Ωρομάσδου, (του μεγάλου θεού των Περσών)», τον δε Ηράκλειον «ευτελή και αναίσθητον δούλον». Έλεγε δε προσέτι: «Αρνούμενος να υποταχθής εις την εξουσίαν μας, καλείς τον εαυτόν σου κύριον και βασιλέα».
Απεκάλει τον στρατόν του βασιλέως «στίφος ληστών», και ηπόρει πως δεν έβλεπεν ο Ηράκλειος ότι αυτός (ο Χοσρόης) κατέστρεφε το κράτος του, καταλαμβάνων την Καισάρειαν, την Ιερουσαλήμ και την Αλεξάνδρειαν. «Και δεν δύναμαι εγώ να καταστρέψω και την Κωνσταντινούπολιν; (έγραφε προσέτι ο Χοσρόης). Δύναμαι να συγχωρήσω όλα τα σφάλματα σου, εάν έλθης ενταύθα μετά της γυναικός και των τέκνων σου. Θα σου δώσω χώρας, αμπέλους και ελαιώνας διά να έχης άφθονα τα προς το ζην. Μη απατάσαι ελπίζων εις τον Χριστόν, αφού δεν ηδυνήθη να σώση εαυτόν από τας χείρας των Ιουδαίων, οι οποίοι τον εφόνευσαν καρφώσαντες εις τον Σταυρόν. Και αν κατέλθης εις τα βάθη της θαλάσσης, και εκεί θα εκτείνω την χείρα μου και θα σε συλλάβω, και τότε θα με ιδής χωρίς να το θέλης!»
Τοιαύτα έλεγε προς τους πρέσβεις και έγραφε προς τον αυτοκράτορα Ηράκλειον ο ασεβής Πέρσης. Εννοείται ότι δεν ήτο πλέον δυνατόν να γίνεται λόγος περί ειρήνης. Ο Χοσρόης εις την θέσιν του βαρβάρως φονευθέντος Σαήν έστειλε τον στρατηγόν Σάρβαρον ή Σαρβαραζόν, όστις, κατά τα λεγόμενα εξέτεινε τας επιδρομάς του (617) μέχρι της Χαλκηδόνος και της Χρυσουπόλεως.
Ο Ηράκλειος θέλων να στρέψη πάσας τας δυνάμεις και ενεργείας του εναντίον των Περσών, εθεώρησεν αναγκαίον να καταστήσει ακίνδυνον τον εν Ευρώπη πολέμιον, τον Χαγάνον δηλονότι των Αβάρων, ο οποίος ελεηλάτει τας πλησίον της πρωτευούσης Ευρωπαϊκάς επαρχίας του κράτους. Προς τούτο δεν εδίστασε να έλθη και εις προσωπικήν συνέντευξιν προς τον Χαγάνον πλησίον της Σηλυβρίας. Αλλά κατά την περίστασιν αυτήν έδειξεν ο Χαγάνος απιστίαν και δολιότητα, παρασκευάσας ενέδραν κατά του αυτοκράτορος και ζητών να τον συλλάβη. Αλλ' αίφνης ο αυτοκράτωρ έμαθε παρά τινων χωρικών τας επιβούλους κινήσεις των βαρβάρων και από την ταραχήν του μόλις διεσώθη, φεύγων επί ίππου ταχέως και εγκαταλείψας την βασιλικήν αποσκευήν και την σωματοφυλακήν. Οι βάρβαροι κατεδίωξαν τον αυτοκράτορα από Σηλυβρίας μέχρι των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως ξιφήρεις και πατούντες διά των ίππων τα φεύγοντα γυναικόπαιδα, φονεύοντες και ληστεύοντες και πληρούντες το έδαφος διά πτωμάτων. Από την επιδρομήν ταύτην επέστρεψαν με πολλάς χιλιάδας αιχμαλώτων. Ταύτα συνέβησαν κατά το 619 μ.Χ.
Το επόμενον έτος 620 ο αυτοκράτωρ θεωρών πάλιν απαραίτητον την προς τους Αβάρους ειρήνην έπεμψε πρεσβείαν εις τον Χαγάνον παραπονούμενος διά την γενομένην παρασπονδίαν. Ο Χαγάνος αισχυνόμενος διά τα γενόμενα εδικαιολογείτο λέγων, ότι δεν ηδυνήθη να κρατήση τους ανθρώπους του και ότι ήτο πρόθυμος να αποδώση τους αιχμαλώτους και ό,τι εκ των αρπαγέντων ηδύνατο να περισυλλέξη, διαβεβαιών δε ότι διά το αδίκημα τούτο έμελλε να αποζημιώση τον αυτοκράτορα διά του ζήλου, τον οποίον έμελλε να δείξη υπέρ του κράτους, γινόμενος σύμμαχος. Όπως είχαν τα πράγματα τότε, ο αυτοκράτωρ την ανάγκην ποιούμενος φιλοτιμίαν, εφάνη ευχαριστημένος από την απάντησιν του Χαγάνου.
Αλλ' ο Χαγάνος και ο από των Περσών της Μικράς Ασίας κίνδυνος και η απορία χρημάτων δεν ήσαν τα μόνα κακά, κατά των οποίων επάλαιεν ο αυτοκράτωρ. Είχε και πολλούς ευπατρίδας φανερά ή κρυφίως αντιπολιτευομένους κατ' αυτού. Εκτός του εξαδέλφου του Νικήτα, πάντες οι λεγόμενοι ανώτεροι στρατιωτικοί ήσαν άπιστοι προς αυτόν και εχθροί. Αυτή η Σύγκλητος αντεπολιτεύετο προς αυτόν. Μόνον ο λαός είχεν αγάπην απεριόριστον προς τον αυτοκράτορα. Η δε δημοτικότης του περιποιεί μεγάλην τιμήν εις τον άνδρα.
Διότι ήτο σπάνιον εις την Κωνσταντινούπολιν, εν μέσω τοιούτων δεινών, ανήρ έξωθεν ελθών και προ ολίγων ετών ανακηρυχθείς βασιλεύς, να εξακολουθή τοσούτον αγαπώμενος υπό του λαού. Εν τούτοις ο Ηράκλειος εν μέσω τόσων δυσχερειών εσκέφθη επί στιγμήν να φύγη από την πρωτεύουσαν. Δεν ήτο ο σκοπός του να φύγη ως ρίψασπις, εγκαταλείπων το κράτος εν μέσω των κινδύνων. Αλλά θεωρών ότι, ως είχαν τα πράγματα, ήτο αδύνατον να κυβερνά μόνον εις Κωνσταντινούπολιν, ήθελε να επιστρέψη εις την Καρχηδόνα και εκείθεν να διοργανώση τον πόλεμον και την άμυναν του κράτους. Είχε στείλη μάλιστα εις Καρχηδόνα πλοίον με τα πολυτιμότερα βασιλικά κειμήλια. Αλλά ευθύς ως η είδησις εγνώσθη εις Κωνσταντινούπολιν, ο λαός κατελήφθη από θλίψιν μεγάλην. Πανταχόθεν το άπειρον πλήθος έτρεχεν εις τα ανάκτορα και επολιόρκει τας πύλας και με τας χείρας υψωμένας προς τα παράθυρα και με δάκρυα εις τους οφθαλμούς εξώρκιζε τον αυτοκράτορα να μη τον εγκαταλείψη.
Οι δε τολμηρότεροι προέτειναν να κρατήσουν διά της βίας τον αυτοκράτορα. Κατά την κρίσιμον εκείνην στιγμήν εφάνη εις τα ανάκτορα ανήρ γενναίος και σεβαστός, άγιος και φιλόπατρις, ο πατριάρχης Σέργιος. Κρατών τον αυτοκράτορα εκ της χειρός εξήλθεν εκ των ανακτόρων και τον ωδήγησεν εις τον μέγαν ναόν της Αγίας Σοφίας. Εκεί ενώπιον του Θεού και εν ονόματι αυτού επίεσε τον Ηράκλειον να ορκισθή ότι θα εγκαταλείψη το σχέδιον της φυγής, ως ολεθριώτατον εις την πόλιν και εις το κράτος. Αφ' ης στιγμής ωρκίσθη ο Ηράκλειος, εισήλθεν εις νέον στάδιον ενεργείας. Εκ της υποχρεώσεως, την οποίαν ανελάμβανεν απέναντι του λαού και του κράτους, ησθάνθη νέαν ηθικήν δύναμιν προς επιτέλεσιν του καθήκοντος, νέαν δύναμιν υψούσαν αυτόν εις το ύψος της μεγάλης βασιλικής αποστολής, υπεράνω του μεγέθους των επικρεμαμένων κινδύνων και συμφορών! Από τούδε αφωσιώθη εις το μέγα έργον της σωτηρίας του κράτους. Η ακράδαντος πίστις εις την βοήθειαν του Θεού και η εκ της πίστεως ταύτης ενισχυομένη συνείδησις του καθήκοντος καθίστα αυτόν ισχυρότατον απέναντι του φόβου και των αδυναμιών, η δε τοσούτον τρανώς εκδηλωθείσα πίστις, αγάπη και αφοσίωσις του λαού και του κλήρου τον κατέστησαν ισχυρότατον επί του θρόνου.
Από τούδε βλέπομεν τον Ηράκλειον αληθώς παντοδύναμον και παντουργόν. Αποφασίζει ν' αναλάβη αυτός την αρχηγίαν του πολέμου οδηγών τον στρατόν εναντίον του Χοσρόου, ο οποίος επαρθείς διά τας νίκας κατεβασάνιζε τους κατακτηθέντας. Καθ' όλον τον χειμώνα του έτους 621 — 622 ο Ηράκλειος απεσύρθη εις απομεμονωμένην εκτός της πόλεως κατοικίαν και ειργάζετο εκεί ακοινώνητος και αφανής εις τον λοιπόν κόσμον. Οι πολίται, γνωρίζοντες την μεγάλην ευσέβειάν του, ενόμιζαν ότι ο βασιλεύς ήθελε θρησκευτικώς να παρασκευασθή διά τον πόλεμον, ζητών άνωθεν φωτισμόν διά το μέγα έργον. Τινές μάλιστα έλεγαν, ότι και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο προφήτης Ηλίας και αυτός ο Χριστός εζήτησαν την έμπνευσιν του θείου πνεύματος εις την ερημίαν.
Ο δε Ηράκλειος καθ' όλον τούτον τον χρόνον εμελέτα τα κατά τον πόλεμον, σπουδάζων λεπτομερώς την στρατιωτικήν γεωγραφίαν των χωρών όπου έμελλε να εκστρατεύση και έχων υπ' όψιν πολλούς χάρτας και σχεδιογραφήματα στρατιωτικά των χωρών των Περσικών από τους Περσικούς πολέμους του αυτοκράτορος Μαυρικίου. Ο Ηράκλειος ήτο ευσεβέστατος, εις τον πόλεμον δε τούτον έδειξε τα αληθή θρησκευτικά του αισθήματα, προσπαθών διά της θρησκείας και της εις τον θεόν πίστεως να εμπνεύση εις τον στρατόν αίσθημα τιμής στρατιωτικής, καθήκοντος στρατιωτικού και την δύναμιν την ηθικήν προς καταφρόνησιν του θανάτου. Πόσον πρακτική ήτο του Ηρακλείου η ευσέβεια και το θρησκευτικόν αίσθημα μαρτυρεί το εξής γεγονός:
Ως εκ της καταστάσεως των πραγμάτων μεγάλη έλλειψις χρημάτων υπήρχεν εις το κράτος, ο δε Ηράκλειος είχεν ανάγκην πόρων προς παρασκευήν της εκστρατείας. Διά να θεραπεύση λοιπόν εκ του προχείρου την ανάγκην ταύτην, έλαβεν εν είδει δανείου χρήματα από τα ευαγή ιδρύματα. Από τον ναόν της Αγίας Σοφίας έλαβε τα πολυκάνδηλα και άλλα σκεύη εκκλησιαστικά και εκ τούτων έκοψε νομίσματα. Τόση δε ήτο η πίστις και η αφοσίωσις του λαού προς τον βασιλέα και η πεποίθησις ότι παν ό,τι έπραττε το έπραττεν εξ ανάγκης υψίστης και απαραιτήτου, προς το συμφέρον της Εκκλησίας και του κράτους, ώστε κανείς δεν εσκανδαλίσθη, ουδείς εγόγγυσε διά το γενόμενον. Την δύναμην του θρησκευτικού αισθήματος εις τον στρατόν είχαν εννοήση και οι προκάτοχοι του Ηρακλείου αυτοκράτορες και ηγωνίζοντο να συνδυάσουν εις το πνεύμα και εις την καρδίαν του στρατού το αίσθημα το θρησκευτικόν με το φρόνημα το στρατιωτικόν: Και αυτός ο Φωκάς είχε προτείνει εις την ιεράν Σύνοδον να κατατάσσεται μεταξύ των μαρτύρων πας στρατιώτης πίπτων επί του πεδίου της μάχης εν πολέμω κατ' αλλοπίστων. Ο δε Ηράκλειος ενόησε κάλλιστα πως ήτο δυνατόν να επιτευχθή το σωτήριον έργον της ανυψώσεως του στρατού διά της θρησκείας, εις τρόπον ώστε ο πολεμών εναντίον των βαρβάρων υπέρ της πατρίδος να αισθάνεται ότι και υπέρ πίστεως επολέμει. Αρχαία τις παροιμία έλεγεν: «Οι λόγοι κινούσι, τα δε παραδείγματα ελκύουσιν.» Ο δε Ηράκλειος ήθελε και διά λόγων να κινή και να εξεγείρη το φρόνημα και το αίσθημα του στρατού και διά παραδειγμάτων να ελκύη και να αναγκάζη τον στρατιώτην να μάχεται μετά ζήλου ενθέου. Δεν υπάρχει διά τον στρατόν παράδειγμα ελκυστικώτερον του παραδείγματος του αρχηγού, και μάλιστα όταν ούτος είναι βασιλεύς. Τούτο μαρτυρεί ολόκληρος η ιστορία της ανθρωπότητος. Οι περισσότεροι των αρχαίων Ρωμαίων αυτοκρατόρων εστράτευαν μετά του στρατού των εις τους πολέμους, όπως και ο μέγας Αλέξανδρος. Το παράδειγμα ηκολούθησαν και οι πρώτοι του Βυζαντίου αυτοκράτορες. Αλλ' από διακοσίων περίπου ετών κανείς αυτοκράτωρ δεν παρευρέθη εις μάχην. Βαθμηδόν είχε καταντήσει συνήθεια σχεδόν υποχρεωτική να μη εκστρατεύουν οι αυτοκράτορες διά να μη εκτίθενται εις κινδύνους. Αλλ' ο Ηράκλειος δεν ήθελε πλέον να υπακούση εις τοιαύτας συνηθείας. Ήθελε να δώση υψηλόν παράδειγμα εις τον στρατόν, εκστρατεύων μετ' αυτού, ηγούμενος αυτού και μετ' αυτού κινδυνεύων. Η ιστορία του μεγάλου πολέμου, τον οποίον επεχείρησε μετ' ολίγον, είνε απ' αρχής μέχρι τέλους σειρά μεγάλων και γενναίων πράξεων πολεμικών, έργων της προσωπικής του ανδρείας, αλλ' εν ταυτώ και λόγων και προσφωνήσεων προς τον στρατόν υψίστης ηθικής και θρησκευτικής σημασίας. Εις τους λόγους τούτους φέρεται πάντοτε το όνομα του Θεού και του Χριστού, της Πίστεως και της Εκκλησίας. Ο πόλεμος άλλως τε είχε θρησκευτικόν χαρακτήρα απ' αρχής μέχρι τέλους, αφού τοιούτον είχε δώση χαρακτήρα και ο Χοσρόης, κηρύξας πόλεμον εξολοθρεύσεως εναντίον της πίστεως του Ιησού Χριστού. Εκράτει δε ως τρόπαιον αυτό το τίμιον ξύλον του Σταυρού, του ιερωτάτου συμβόλου τούτου του Χριστιανικού στρατού.
Η εκστρατεία ήρχισε κατά την άνοιξιν του 622, αφού ο Ηράκλειος διά να μεταχειρισθή τον μόνον στρατόν του, και να δυνηθή να τον μεταφέρη από την Ευρώπην εις την Ασίαν, ανενέωσε την προς τον Χαγάνον φιλίαν. Μετά μεγάλης μάλιστα φρονήσεως φερόμενος προσεκάλεσε τον Χαγάνον, ως φίλον και σύμμαχον, να τον βοηθήση εις τον κατά των Περσών πόλεμον και τον ωνόμασεν επίτροπον του ανηλίκου υιού του.
Η επαύριον του Μεγάλου Πάσχα, η 5 Απριλίου του 622, ωρίσθη διά την έναρξιν της εκστρατείας. Κατ' εκείνην την ημέραν ο αυτοκράτωρ ηγούμενος του μικρού του στρατού έμελλε να εγκαταλείψη την πρωτεύουσαν.
Η αγγελία της αναχωρήσεως του αυτοκράτορος διαδοθείσα εις την πόλιν συνεκίνησε μεγάλως τον λαόν. Διότι, καθώς είπαμεν, καινοφανές ήτο να απέλθη ο αυτοκράτωρ εις πόλεμον, αφού από διακοσίων ετών τοιούτον τι δεν είχε γίνη. Και αυτοί οι γενναιότατοι βασιλείς Τιβέριος Β' και Μαυρίκιος, ενώ ως στρατηγοί λαμπρούς διεξήγαγαν πολέμους, ως αυτοκράτορες δεν είχαν επιχειρήσει εκστρατείας. Ο Ηράκλειος και πρότερον είχε μεταβή εις Καισάρειαν, αλλά τούτο είχε πράξει διά να εξετάση την κατάστασιν της χώρας και του στρατού και όχι διά να πολεμήση. Και τώρα όλος ο λαός έβλεπεν ως θαύμα τον αυτοκράτορα αλλάσσοντα την βασιλικήν πορφύραν αντί απλής στρατιωτικής στολής, και το στέμμα αντί περικεφαλαίας, και προσερχόμενον εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας διά να λάβη τας ευλογίας της Εκκλησίας. Ο Ηράκλειος ήκουσε μετά βαθυτάτης κατανύξεως την ιεράν ακολουθίαν, έπεσε πρηνής προ του Αγίου βήματος και εδεήθη προς τον Θεόν λέγων: «Δέσποτα Θεέ και Κύριε Ιησού Χριστέ, μη παραδώς ημάς εις όνειδος τοις εχθροίς σου διά τας αμαρτίας ημών, αλλ' επιβλέψας ελέησον και την κατά των εχθρών σου νίκην δος ημίν, όπως μη καυχήσωνται οι αλάστορες κατά της σης κληρονομίας επαιρόμενοι». Έπειτα εστράφη προς τον παριστάμενον εκεί Πατριάρχην Σέργιον και είπεν «Εις τας χείρας του Θεού και της θεομήτορος και σου αφίημι την πόλιν ταύτην και τον υιόν μου.» Επιτρόπους του ωνόμασε τον πατριάρχην Σέργιον και τον Πατρίκιον Βόνον ή Βονοσόν, άνδρα εχέφρονα και κατά πάντα συνετόν και πεπειραμένον. Έπειτα δε λαβών την αχειροποίητον εικόνα του Χριστού και κρατών αυτήν και ηγούμενος του στρατού μετέβη εις την παραλίαν φορών απλουστάτην στρατιωτικήν στολήν και πέδιλα όχι κόκκινα, καθώς συνήθιζαν οι Βασιλείς, αλλά μαύρα όπως των λοιπών στρατιωτών. Τότε δε ο πατριάρχης Σέργιος ηυχήθη να βαφούν κόκκινα διά του αίματος των εχθρών. Μεγάλη συγκίνησις και μέγας ενθουσιασμός κατέλαβε πάντας τους παρισταμένους εις τον ναόν και όλον τον λαόν της πρωτευούσης. Ησθάνοντο το φρόνημά των υψούμενον και αναζωογονουμένας τας ελπίδας των περί μελλούσης νίκης. Άπειρον πλήθος λαού συνώδευσε τον αυτοκράτορα και τον στρατόν μέχρι της παραλίας και εκεί υπό τας ευφημίας και τας μεγαλοφώνους ευχάς του λαού επεβιβάσθη ο Ηράκλειος μετά του στρατού του εις τα πλοία. Ο στόλος μετ' ολίγον εξηφανίσθη προς τον Ελλήσποντον, φέρων την τύχην του βασιλέως και του κράτους, χωρίς κανείς να γνωρίζη πού μεταβαίνει.