Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Μουσικής Παιδεία 23 ( Σειρά Άρθρων )


ΟΙ ΙΤΑΛΟΙ ΣΥΝΘΕΤΕΣ

Ο Τζιακκίνο Ροσσίνι

Μπελλίνι και Ντονιτσέττι

Γκιουζέππε Βέρντι : Ο μουσικός και ο άνθρωπος.

 

Με τον Βάγκνερ δεν εξαντλείται, βέβαια, το θέμα της γερμανικής όπερας, γιατί μετά τον Βάγκνερ, ακολουθεί ένας πολύ μεγάλος δημιουργός, ο Ρίχαρντ Στράους και άλλοι σημαντικοί συνθέτες που θα μας απασχολήσουν αργότερα, όταν μιλήσουμε για την σύγχρονη μουσική δημιουργία.

Καιρός είναι τώρα να ξαναγυρίσουμε στη χώρα οπού γεννήθηκε η όπερα, στην Ιταλία και να δούμε ποια εξέλιξη πήρε αυτό το μουσικό είδος στη γενέτειρα του.

Στα τέλη του 18ου αιώνα, η ιταλική όπερα βρίσκεται σε κατάπτωση, η προσοχή του κόσμου στρέφεται στη Γαλλία, στην Γερμανία, στην Αυστρία όπου κυριαρχούν οι μεγάλες μορφές του Γκλούκ, του Μότσαρτ, του Βέμπερ. Αλλά, ωστόσο σαν την σπίθα που σκεπασμένη με στάχτη, δίνει καινούργια φωτιά, έτσι μέσα από την ιταλική κατάπτωση στο πεδίο της όπερας, ξεπετιέται μια καινούργια ζωή, στις αρχές του 19ου αιώνα, μια καινούργια λάμψη που απλώνεται σε όλο τον κόσμο. Μια λαμπρή πλειάδα από νέους συνθέτες δημιουργούν έργα που μένουν αθάνατα.

 

Ο Τζιακκίνο Ροσσίνι

 

Είναι κυρίως στον Ροσσίνι και στον Βέρντι που οφείλεται αυτή η ανανέωση και η επικράτηση της ιταλικής όπερας.

Ποίος δεν ξέρει την περίφημη όπερα του Ροσσίνι, τον «Κουρέας της Σεβίλλης» ?  Γραμμένη το 1815-16 μένει ένα αριστούργημα γεμάτο νιάτα, κέφι, δροσιά, μια μουσική που σπινθηροβολεί από την αρχή μέχρι το τέλος και μένει ως σήμερα στο ρεπερτόριο όλων των μουσικών θεάτρων του κόσμου. Όμως, πιο πέρα από τον «Κουρέα», λίγοι είναι εκείνοι που ξέρουν κάτι από τα άλλα έργα καθώς και από την προσωπικότητα του Τζιακκίνο Ροσσίνι. Γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου του 1792 στο Πεζάρο – μικρή πόλη στην Αδριατική – από ένα πατέρα που ήταν «επιθεωρητής των κρεοπωλείων» και έπαιζε τρομπέτα στη δημοτική μπάντα. Μικρά τα οικονομικά μέσα της οικογένειας και ο μικρός Τζιακκίνο κάτι έπρεπε να μάθει για να κερδίζει την ζωή του. Τον βάλανε μαθητευόμενο σε ένα αλλαντοποιό, έπειτα σε ένα σιδηρουργό ! Αλλά το πάθος και η κλίση του μικρού για τη μουσική ήταν τόσο έκδηλά, που αποφασίσανε να τον αφήσουν να σπουδάσει στο μουσικό Λύκειο της Μπολόνιας, όπου μπήκε σε ηλικία δέκα πέντε ετών, ενώ ήδη στα δέκα τέσσερα του είχε γράψει μια όπερα! Δέκα εννέα χρονών τελειώνει τις σπουδές του και κερδίζει κιόλας μια πρώτη νίκη με μια όπερα, «Το πετυχημένο τέχνασμα», ξεχασμένη πια σήμερα. Έπειτα από δυο χρόνια, δίνει τον «Τανκρέντο» και την «Ιταλίδα στο Αλγέρι» που επιβάλουν την φήμη του σε όλη την Ιταλία.
Rossini : Una Italiana in Algeri, Introduction - 8 min.

Λίγοι μουσικοί είχαν την ευκολία, τον αυθορμητισμό της έμπνευσης του Ροσσίνι. Και καταχράστηκε αυτή την ευκολία – έγραψε την μια όπερα πάνω στην άλλη, σύγχρονα με τον «Κουρέα» π.χ. που πρωτοδόθηκε στη Ρώμη, δίνει και την «Ελισάβετ, βασίλισσα της Αγγλίας» στην όπερα της Νεάπολης και την ίδια χρονιά του 1816, επίσης στην Νάπολη, τον «Οθέλλο» του – που έμελλε να τον επισκιάσει ο «Οθέλλος» του Βέρντι – σημειώνοντας παντού θριαμβευτική επιτυχία.

Ο Ροσσίνι δεν σκοτίζονταν για φιλοσοφίες και κοσμοθεωρίες – άλλωστε η γενική του μόρφωση ήταν περιορισμένη – έγραφε «όπως του έρχονταν», οι μελωδίες του ξεπηδούσαν από την αστείρευτη πηγή της έμπνευσης του, από την άλλη μεριά του άρεσε η καλοζωία, η ησυχία, το χρήμα, γι’ αυτό και παντρεύτηκε με μια τραγουδίστρια οκτώ χρόνια μεγαλύτερη του, που όμως είχε ένα εισόδημα 20000 λιρών και μια βίλλα στην Σικελία. Αργότερα, την χώρισε γιατί δεν είχε πια ανάγκη από το εισόδημα της ! Οι περιοδείες του στην Γαλλία, στην Αγγλία, στην Βιέννη, στην Ιταλία του αποφέρανε τεράστια ποσά – μόνο από την Αγγλία γύρισε με 10 000 λίρες! Θρυλική ήταν η τεμπελιά του και η εξυπνάδα του. Ο Μέντελσον έλεγε πως δεν γνώρισε ποτέ άνθρωπο με τέτοιο σπινθηροβόλο πνεύμα σαν του Ροσσίνι.
 
Rossini : Barbiere di Sevillia, introduction - 8 min.
Rossini : Comte Ory , selection 10 min.
 
Rossini : Moses in Agypt, involto in fiamma - 10 min.
 
Rossini : Semiramis, overture - 8 min.
 
Rossini : In Turco in Italia , introduction - 8 min. 
 
Rossini : Elisabetta, aria - 8 min.
 
Rossini : Il barbiere di Seviglia, Largo al factorum - 5 min.
 
Rossini : La Cenerentola, aria - 5 min.
 
Rossini : La cenerentola, Queste e un nodo avviluppato - 5 min.
 
Rossini : La gazza ladra, introducione - 10 min.
 
Rossini : Guillaume Tell, overture - 6 min.

Στις όπερες του συχνά «έκλεβε» τον εαυτό του, παίρνοντας δηλαδή άριες από παλιά έργα ή παρουσίαζε σαν καινούργιες όπερες, παλιές, προσθέτοντας κάτι, διασκευάζοντας τις και αλλάζοντας το τίτλο. Έτσι π.χ. την όπερα του «Μωχάμεντ ο 2ος» παρουσίασε στο Παρίσι ως «Πολιορκία της Κορίνθου» και τον «Μωυσή στην Αίγυπτο» με μια εντελώς καινούργια διασκευή, όπου όμως βρίσκουμε ολόκληρα κομμάτια από παλιές του όπερες. Και πόσες δεν έγραψε! Την «Σεμίραμις», την «Κλέφτρα Κίσσα», την «Τσελμίρα», την «Σταχτομπούτα» και άλλες κι’ άλλες. Τέλος εγκαταστάθηκε στο Παρίσι – το όνειρο όλων των μουσικών, τότε – όπου έδωσε την «Σεμίραμι», πρωτοπαιγμένη στην Βενετία το 1823, την «Πολιορκία της Κορίνθου» και τέλος τον «Γουλιέλμο Τέλλο» που καθιέρωσε πια την φήμη του σε όλη την Γαλλία.

Και εδώ συμβαίνει κάτι το ανεξήγητο : Μετά τον «Γουλιέλμο Τέλλο» (1829), σε ηλικία μόλις 37 ετών, ο Ροσσίνι παρατάει την σύνθεση! Δεν γράφει πια τίποτα μέσα στα σαράντα χρόνια, που έζησε ακόμα, παρά το «Στάμπατ Μάτερ» του ( θρησκευτικό έργο που περιγράφει το πόνο της Παναγίας : «Στάμπατ Μάτερ», λατινικά, σημαίνει «Η Μητέρα στέκονταν») και τίποτα άλλο.

Κάνει ένα ταξίδι στην Ιταλία, ξαναγυρίζει οριστικά στο Παρίσι, όπου ζει πια σαν πλούσιος αστός και οι μόνες του συνθέσεις είναι αποκλειστικά …..γαστρονομικές! Έχει δικό του χοιροστάσιο, μαγειρεύει ο ίδιος, επινοώντας διάφορα φαγητά του γούστου του. Ξαναπαντρεύτηκε με μια γαλλίδα, επειδή, καθώς έλεγε στους φίλους του «στο σπίτι χρειάζεται μια γυναίκα». Πέθανε το 1868 δοξασμένος και πλούσιος. Ένας μεγάλος Γερμανός μουσικολόγος, ο Όσκαρ Μπι, γράφει τα εξής για τον Ροσσίνι : «Πάρτε την μεγαλοφυΐα σαν κάτι το αυτονόητο, το κέρδος σαν σκοπό της ζωής, τον χιούμορ σαν μοναδική φιλοσοφία, το καλό φαί σαν αδιαμφισβήτητη αλήθεια και την τέχνη σαν ερωμένη και να, έχετε τον Ροσσίνι ! » .

 

Μπελλίνι και Ντονιτσέττι

 

Δίπλα στον Ροσσίνι, ακόμα δυο συνθέτες που συνέβαλαν στην αναγέννηση της ιταλικής όπερας : Ο Βιντσέντσο Μπελλίνι και ο Γκαετάνο Ντονιτσέττι. Και οι δυο τους σύγχρονοι του Ροσσίνι.

Στην σύντομη ζωή του ο Μπελλίνι που γεννήθηκε στην Κατάνια και πέθανε, μόλις 34 ετών, στο Πυτώ, κοντά στο Παρίσι (1801-1835) έγραψε πολλές όπερες που παίχθηκαν τόσο στην Ιταλία, όσο και στο Παρίσι και που απ’ όλες τους ξεχωρίζει η «Νόρμα» με τις υπέροχες μελωδίες και τα σύνολα της, με την αθάνατη εκείνη άρια της «Κάστα Ντίβα» που πολύ λίγες φωνές στο κόσμο μπορούν να τραγουδήσουν στην αληθινή κλασσική της γραμμή.
Bellini : Norma, Casta Diva - 7 min.
 
Bellini : I Puritani, Elvira' s mad scene - 7 min.
 
 Άλλες όπερες του Μπελλίνι είναι η «Νυχτοβάτιδα», οι «Πουριτανοί», η «Πειρατής», η «Ξένη»(Στρανιέρα), το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα».
 
Bellini : Capuleti e Montecchi, duetto atto 1 - 10 min.

Σήμερα μέσα στο σάλο της «μοντέρνας» μουσικής όταν βρίσκονται άξιες τραγουδίστριες και τραγουδιστές, υπάρχουν ακόμη θέατρα, που ανεβάζουν την «Νόρμα» ή τους «Πουριτανούς». Γιατί είναι το τραγούδι που προβάλλεται κυρίως στις όπερες του Μπελλίνι, απαιτώντας μεγάλη δεξιοτεχνία. Ως τόσο, αυτή η προβολή του τραγουδιού είναι σε βάρος της σκηνικής δράσης και γενικά του μουσικού συνόλου.

Στον Ντονιτσέττι βρίσκουμε κιόλας πιο συγκροτημένα τα λιμπρέτα, περισσότερη σημασία στην ορχήστρα και αν οι μελωδίες του δεν έχουν την αφελή εκείνη χάρη και τη γοητεία, που έχουν οι άριες του Μπελλίνι, ως τόσο η «Λουτσία» του, ζει ακόμα σήμερα, όπως ζουν και οι κωμικές του όπερες «Ντον Πασκουάλε» και «Ελιξήριο του έρωτα».
Donizetti : Lucia di Lamermoor, Regniava nel silenzio - 8 min.
 
Donizetti : Lucia di Lamermoor, Mad scene - 10 min.
 
Donizetti : L'elisir d' amore , chiedi all' aura lusinghiera - 7 min.
 
Donizetti : L'elisir d'amore, una furtiva lagrima - 6 min.
 
Ο Ντονιτσέττι είχε μια αρκετά πολυτάραχη ζωή. Γεννήθηκε στο Πέργκαμο το 1797 όπου και πέθανε στις 8 Απριλίου 1848, αφού, ίσως από υπερκόπωση, λίγα χρόνια πριν είχε χάσει το λογικό του.

Πολιτικοί λόγοι τον έκαναν να φύγει από την Νάπολι, όπου είχε δώσει πολλές όπερες, για το Παρίσι, όπου έγραψε την «Φαβορίτα», τον «Ντον Πασκουάλε» και την «Κόρη του Συντάγματος», μια όπερα εντελώς στο γαλλικό γούστο, έπειτα για την Βιέννη όπου έγραψε την «Λίντα ντι Σαμονί».  Άλλη όπερα του Ντονιτσέττι είναι η «Άννα Μπολένα» που το ίδιο θέμα είχε χρησιμοποιήσει και ο Μπελλίνι, γιατί αυτοί οι δυο τους, Μπελλίνι και Ντονιτσέττι υπήρξαν μεγάλοι αντίπαλοι και ανταγωνιστές, όπου ο Μπελλίνι πέθανε, αφήνοντας ελεύθερο πια το πεδίο στον αντίπαλο του. Και πέθανε ακριβώς τη χρονιά που ο Ντονιτσέττι θριάμβευε με τη «Λουτσία» του.

 

Ο Γκιουζέππε Βέρντι

 

Θα μπορούσαν να αναφερθούν πολλά ονόματα από συνθέτες συγχρόνους και μεταγενέστερους των Μπελλίνι και Ντονιτσέττι που έγραψαν όπερες, προσπαθώντας να εξυψώσουν το είδος, αλλά προς τι, αφού όλοι τους σβήνουν μπροστά στ μεγάλη μορφή του Γκιουζέππε Βέρντι που γεννημένος σε ένα χωριουδάκι της Β. Ιταλίας, φτωχόπαιδο, ήταν γραφτό να δοξάσει την πατρίδα του, να δοξασθεί ο ίδιος όσο λίγοι μουσικοί σε όλο τον κόσμο.

Ένας μεγάλος καλλιτέχνης και μεγάλος «άνθρωπός», μια κοσμαγάπητη μορφή όχι μόνο στη χώρα του, αλλά παντού, αφού ακόμα και στη Γερμανία, οι στατιστικές δείχνουν πως τα έργα του παίζονται περισσότερο από εκείνα του Βάγκνερ! Πραγματικά, ο Βέρντι υπήρξε και έμεινε ο μοναδικός αντίπαλος του μεγάλου Γερμανού.

Παιδί ενός φτωχού ταβερνιάρη-μικρομπακάλη του Ρονκόλε – το όνομα του χωριού του – γεννήθηκε στις 7 Οκτωβρίου του 1813, την ίδια χρονιά που γεννήθηκε ο Βάγκνερ, πέντε μήνες αργότερα από εκείνον. Χάρι σε ένα πλούσιο έμπορο, προμηθευτή και φίλο του πατέρα του – Μπαρέτσι το όνομα του – που στάθηκε προστάτης του, μπόρεσε να σπουδάσει ο μικρός Γκιουζέππε, με ιδιωτικό όμως δάσκαλο, επειδή το Ωδείο του Μιλάνου….τον απέρριψε!

Δώδεκα χρονών κιόλας, κρατούσε το όργανο στην εκκλησία του χωριού του και στα 26 του δοκίμαζε την πρώτη του επιτυχία στη «Σκάλα» με την όπερα «Ομπέρτο».

Ο Μπαρέτσι όχι μόνο τον είχε βοηθήσει, αλλά του είχε δώσει λίγα χρόνια πριν και την κόρη του Μαργαρίτα για σύζυγο. Όλα γελούσαν στο νεαρό συνθέτη, οι παραγγελίες μετά την επιτυχία του «Ομπέρτο» (1839) του’ έρχονταν άφθονες, όταν ένα χρόνο αργότερα, το 1840, δοκιμάζει ένα φοβερό κτύπημα: Μέσα σε λίγες μέρες χάνει και την γυναίκα του και τα δυο παιδιά του. Και, ακριβώς τότε, πάνω σε αυτή την οικογενειακή τραγωδία, ο Βέρντι έγραψε, κατά παραγγελία της «Σκάλας», την κωμική όπερα «Un Giorno di Regno”(«Μια μέρα βασιλείας»). Την έγραψε άσχημα, όπως ήταν επόμενο. Και απέτυχε. Επί δυο χρόνια μένει βουβός, τυλιγμένος στο πένθος και τον πόνο. Και ξαφνικά, η μεγαλοφυΐα του ξαναξυπνάει : Γράφει το «Ναμπούκο» του που σημειώνει μια τεράστια επιτυχία και συνάμα του χαρίζει μια νέα σύντροφο : Την τραγουδίστρια Γκιουζεππίνα Στρεππόνι που γίνεται γυναίκα του και που στο πλευρό της ζει πια μια ανέφελη, ευτυχισμένη ζωή, χωρίς καμιά έννοια, καμιά φροντίδα, παρά μονάχα την τέχνη του.
 
Verdi : Nabucco, Hebrew slaves chorus - 6 min.

Στην αρχή, ο Βέρντι ακολουθεί τα υποδείγματα των Μπελλίνι και Ντονιτσέττι, αλλά εκείνο που χαρακτηρίζει αμέσως, τις πρώτες του δημιουργίες, είναι η δύναμη και η ειλικρίνεια. Μια δύναμη που φθάνει ως την βιαιότητα και δεν ξέρει κανένα μέτρο. Οι πρώτες του όπερες είναι άνισες, χωρίς ορισμένο ύφος, χωρίς τάξη ακόμα, αλλά ως τόσο και μέσα από αυτές αναπηδούν ξαφνικά υπέροχες ομορφιές. Ποτέ το πάθος δεν βρήκε πιο εύγλωττη, πιο συναρπαστική έκφραση.

Ο Βέρντι τραβάει ίσα τον δρόμο του, δεν ξέρει περιστροφές, γλυκασμούς, μυστήρια. Κι’ ως τόσο, συχνά, και ανάμεσα σε αυτό το πάθος, σε αυτή τη φλογερή ορμητικότητα, η καρδιά του μουσικού ξέρει να τραγουδάει απαλά, με μια ουράνια γλυκύτητα. Σε ηλικία εβδομήντα τεσσάρων και ογδόντα ετών, γράφει τα δυο του αριστουργήματα, τον «Οθέλλο» και τον «Φάλσταφ», απαντώντας έτσι στον Βαγκνερισμό που θάμπωνε τον κόσμο, με μια τεράστια προσπάθεια για να αποσπάσει και να αναδείξει όλα όσα μπορούσε να περιέχει σε δραματική δύναμη και σε μουσικό πλούτο η ιταλική τέχνη. Πόση ψυχική δύναμη προϋποθέτει μια άνοδος σε τέτοιες κορυφές, σε μια τέτοια ηλικία!.....

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Μουσικής Παιδεία 22 ( Σειρά Άρθρων )


Η Γερμανική όπερα

Ριχάρδος Βάγκνερ (συνέχεια)

 

Η πολυτάραχη εφηβεία

 

Μεγαλώνει ο μικρός Ρίχαρντ…Ο πατριός του που αποκαλούσε «πατέρα», πεθαίνει στα τέλη του 1821. Η μητέρα και τα μεγαλύτερα αδέλφια, φροντίζουν για την ανατροφή και τη μόρφωση του. Είναι ένα παιδί γερό, έξυπνο, εύθυμο. Λατρεύει τη μητέρα του, τις αδελφές του τα ζώα. Αλλά πότε είναι ο πρώτος της τάξης, πότε ο τελευταίος… Σιχαίνεται τα μαθηματικά και τα λατινικά, δείχνει μεγάλη επίδοση στη μυθολογία, την ιστορία, τη σύνταξη, τις εκθέσεις. Καμιά κλίση στη μουσική. Οι οικογένεια, στο μεταξύ,έχει εγκατασταθεί στη Δρέσδη. Και στη Δρέσδη, ο μικρός Ρίχαρντ πρωτοβλέπει, πρωτακούει τον Καρλ φον Μαρία Βέμπερ να διευθύνει στην όπερα τον «Ελεύθερο σκοπευτή» του. Ο μικρός μένει έκθαμβος. Στα μάτια του, αυτός ο χλωμός, ο αδύνατος, ο κουτσός αρχιμουσικός, φαίνεται σαν ένα υπερκόσμιο ον, μοναδικό, καταπληκτικό, ζωντανό παράδειγμα του τι μπορεί και πρέπει να γίνει ένας άνθρωπος. «Ούτε βασιλιάς, ούτε αυτοκράτορας, αλλά να είσαι εκεί, όρθιός, να διευθύνεις την ορχήστρα σου» συλλογιέται το δεκαπεντάχρονο αγόρι. Και τσακίζεται στο πιάνο, προσπαθώντας να παίξει την Εισαγωγή από το «Φράϊσουτς».

Karl Maria von Weber : Der Freitschoutz, Overture - 10 min.
 
Όταν το καταφέρνει, είναι έξαλλος από χαρά. Αλλά, ακόμα, μέσα του δεν έχει ξεκαθαρίσει σε τι θα επιδοθεί. Γράφει ποιήματα, ζωγραφίζει, διαβάζει, τρελαίνεται για τον Σαίξσπηρ και για τον Όμηρο, μεταφράζει την Οδύσσεια, γράφει ένα έμμετρο δράμα με θέμα τον Ηρακλή, πάνω στα σαικσπηρικά μοντέλα, όπου 24 πρόσωπα σκοτώνονται για να ….ξαναφανούν στην τελευταία πράξη σαν φαντάσματα….

Τελειώνει το γυμνάσιο με αρκετή δυσκολία, αλλάζοντας σχολεία και τόπους διαμονής – η μητέρα του έχει εγκατασταθεί στη Πράγα όπου δυο αδελφές του είναι αγκαζαρισμένες η μια στο θέατρο, η άλλη στην όπερα – γυρίζει μόνος του στη Λειψία όπου εγκαθίσταται, φτωχός φοιτητής, σε μια σοφίτα, όταν μια μέρα μπαίνει στη φημισμένη αίθουσα συναυλιών, το «Γκεβαντχάουζ», και ακούει την εβδόμη Συμφωνία και την Εισαγωγή του «Έγκμοντ» του Μπετόβεν.  



 
Beethoven : Egmont, Overture - 11 min.

Δοκιμάζει τέτοια έκπληξη, τέτοια συγκίνηση που γυρίζει άρρωστος με πυρετό. Τον συγκλονίζει η αποκάλυψη. Ο έφηβός έχει βγει από την χρυσαλλίδα του, ξεδιπλώνει τις φτερούγες του: γεννιέται στο μαγικό κόσμο των ήχων. Δίπλα στα παλιά του είδωλα, τοποθετεί το νέο του θεό, για τη ζωή του, το έργο του, την κουφαμάρα του, τον θάνατο του. Πηγαίνει και ακούει την Ενάτη. Έπειτα το «Φιντέλιο».

Beethoven : Symphony No. 9 (selection, choral) - 13 min.

Beethoven : Fidelio, Overture - 7 min.


Παθαίνεται, κλαίει, βλέπει το Μπετόβεν στον ύπνο του, του μιλάει, ξυπνάει λουσμένος στα δάκρυα. Αλλά το παράξενο είναι πως δεν του έρχεται καθόλου στο νου να μάθει ένα όργανο. Μοναδικός πόθος του νεαρού Ρίχαρντ είναι να μάθει να συνθέτει. Αυτό που θέλει να εκφράσει είναι πάρα πολύ δυνατό, πάρα πολύ πολύπλοκο, για να περιορισθεί στα πλήκτρα του πιάνου ή στις τέσσερες χορδές του βιολιού. Του χρειάζεται ο όγκος της ορχήστρας, οι συνδυασμοί από διαφόρους ήχους, από τα χρώματα όλων των οργάνων. Αγοράζει επί πιστώσει διάφορα μουσικά διδακτικά βιβλία. Περνάει νύχτες, αντιγράφοντας τις συμφωνίες του Μπετόβεν. Η μητέρα του δεν ξέρει  πώς να πληρώσει τα διάφορα χρέη του γιού της. Δεν ξέρει τι θα απογίνει αυτός ο «άτσαλος» γιός της. Στο μεταξύ, ο νεαρός Ρίχαρντ αρχίζει να συνθέτει χωρίς να ξέρει τίποτα από τη τέχνη, από την τεχνική του μουσικού. Γρήγορα όμως αντιλαμβάνεται το λάθος του και ρίχνεται στη σοβαρή μελέτη, από σοβαρούς δασκάλους. Μέσα σε έξη μήνες μαθαίνει όλους τους τεχνικούς κανόνες. Συνάμα ακολουθεί και μαθήματα φιλοσοφίας και αισθητικής στο Πανεπιστήμιο. Τέλος, το 1833 έχει έτοιμη την πρώτη του όπερα τις «Νεράϊδες». Είναι 20 ετών. Δεν έχει γνωρίσει ακόμη τον έρωτα. Μικρές, ασήμαντες, φευγαλέες συγκινήσεις. Όλο το πάθος, η φλόγα που καίει το νεαρό Ρίχαρντ είναι η μουσική, η δημιουργία, η φιλοδοξία. Μάταιες προσπάθειες όμως: Οι «Νεράϊδες» δεν γίνονται δεκτές σε κανένα θέατρο. Ήταν γραφτό, αυτή η όπερα του, να πρωτοπαιχτεί μετά το θάνατο του, το 1888, στο Μόναχο, χωρίς επιτυχία. Άλλωστε δεν είναι ακόμα ο Βάγκνερ που θα κυριαρχήσει αργότερα. Οι «Νεράϊδες» είναι γραμμένες πάνω σε ένα μύθο του Ιταλού ποιητή Κάρλο Γκότσι δραματοποιημένο ελεύθερα από τον ίδιο το Βάγκνερ.

 

 Wagner : Die Feen , Overture - 11 min.

Συνθέτης – αρχιμουσικός – ποιητής.

 

Φτωχός είναι ο Βάγκνερ. Πρέπει να δουλέψει, να κερδίσει το ψωμί του. Αναγκάζεται να δεχθεί θέση αρχιμουσικού σε διάφορα επαρχιακά θέατρα και να διευθύνει ιταλικές και άλλες όπερες που δεν τον ενδιαφέρουν καθόλου. Αρχίζει από το Μάγκντενμπουργκ, όπου γνωρίζεται με μια ηθοποιό, την Μίνα Πάλμερ, την ερωτεύεται με πάθος, την ακολουθεί στην Καινιξμπεργκ, οπού παίρνει πάλι την θέση του μαέστρου και την παντρεύεται. Ζωή γεμάτη αγωνία και προσπάθεια. Πετυχαίνει πάλι θέση μαέστρου στη Ρίγα όπου το ζεύγος Βάγκνερ μένει ως το 1839. Εκεί, γράφει το πρώτο μεγάλο του έργο, τον «Ριέντσι» πεντάπρακτη όπερα πάνω σε δικό του κείμενο, εμπνευσμένο από την αρχαία Ρώμη :  Ο Ριέντσι είναι ο τελευταίος δήμαρχος-προστάτης του ρωμαϊκού λαού που παίρνει μέρος σε μια λαϊκή εξέγερση και σκοτώνεται για την ανεξαρτησία. Ωστόσο, ούτε εδώ είναι ακόμα ο πραγματικός Βάγκνερ.


Wagner :  Rienzi,the last tribune, overture - 9 min.



Η μουσική του «Ριέντσι» είναι γραμμένη ακόμα πάνω στα ιταλικά πρότυπα και στην ιστορική όπερα που τότε θριάμβευε στο Παρίσι. Και, ακριβώς, αυτό κάνει το Βάγκνερ να στραφεί προς την γαλλική πρωτεύουσα που τότε ήταν το πιο μεγάλο μουσικό κέντρο της Ευρώπης. Και παίρνει την μεγάλη απόφαση : Αφήνει τη Ρίγα και μαζί με τη γυναίκα του και το σκύλο του ξεκινάει για το Παρίσι, με ελάχιστα χρήματα – πούλησε ότι είχε και δεν είχε, αφήνοντας πίσω του τόσα χρέη, ώστε να αναγκαστεί να φύγει κρυφά ! Περιπετειώδες ταξίδι με ένα ιστιοφόρο που τραβούσε προς το Λονδίνο και που βάσταξε πάνω από τρείς βδομάδες ! Λίγο έλειψε να πνιγούν….. Αλλά μέσα στη φρικτή τρικυμία που συναντούν, ο Ριχάρδος Βάγκνερ συλλαμβάνει την έμπνευση του «Ιπτάμενου Ολλανδού» του καταραμένου καπετάνιου που είναι καταδικασμένος να περιπλανιέται αδιάκοπα στις θάλασσες, ώσπου να βρει την πιστή γυναίκα που θα λύσει την κατάρα…..

Τέλος, στις 16 Σεπτεμβρίου 1839, φθάνουν στο Παρίσι, όπου όμως, αντί την επιτυχία που ονειρεύονταν, ο Βάγκνερ περνάει τα πιο τραγικά, τα πιο σκληρά χρόνια της ζωής του. Με όλη την υποστήριξη που του έκαναν οι μουσικοί, στάθηκε αδύνατον να δεχθούν στην όπερα τον «Ριέντσι». Το ζεύγος Βάγκνερ κατάντησε στην εσχάτη «ένδεια» : Εκείνος αναγκάστηκε να γράφει εύκολές μελωδίες, με ψευδώνυμο να κάνει μεταγραφές και αντιγραφές για να κερδίσει λίγα χρήματα, να δίνει μαθήματα – όσα εύρισκε – η Μίνα κατάντησε να ξενοδουλεύει…. Και όμως μέσα σε αυτή την τραγική κατάσταση, ο Ρίχαρντ Βάγκνερ, όχι μόνο δεν έχασε το θάρρος του, αλλά άρχισε να γράφει και τον «Ιπτάμενο Ολλανδό» !

Τέλος, μια ημέρα μαθαίνει πως ο «Ριέντσι» του έγινε δεκτός στην Όπερα της Δρέσδης ! Είναι διάφοροι φίλοι του που φρόντισαν γι΄αυτό. Συνάμα, ο «Ολλανδός» είχε κινήσει το ενδιαφέρον της Όπερας του Βερολίνου. Και τότε ο Βάγκνερ, στις 7 Απριλίου του 1842 αφήνει το Παρίσι. Γυρίζει στη Γερμανία. Κάνει το ταξίδι δια ξηράς. Πρωτοβλέπει το Ρήνο και τότε, με δακρυσμένα μάτια, ο φτωχός καλλιτέχνης ορκίζεται αιώνια πίστη στην πατρίδα του.

Ο «Ριέντσι» θριαμβεύει στη Δρέσδη. Κι’ ύστερα από λίγους μήνες, ο «Ιπτάμενος Ολλανδός».

Wagner : Der Fliegende hollander, part 1 - 10 min.

Wagner : Der Fliegende hollander, part 2 - 10 min.


Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ είναι πια διάσημος. Με τον «Ολλανδό» έχει βρει το δρόμο του, έχει σπάσει κάθε δεσμό με την ιταλική παράδοση, στρέφεται στους παλιούς γερμανικούς θρύλους, σε δυο νέες δημιουργίες του πραγματοποιεί το ποιητικό και μουσικό του ιδανικό. Το 1845 είναι έτοιμος ο «Τανχώϋζερ», λίγο αργότερα ο «Λόενγκριν». Νέα, πρωτάκουστη μουσική.

Wagner : Lohengrin, Prelude - 10 min.

Wagner : Lohengrin, Prelude, act III - 4 min.

 Αλλά οι κριτικοί υποδέχονται πολύ άσχημα αυτά τα δυο έργα. Ο Βάγκνερ υποφέρει τρομερά που δεν τον καταλαβαίνουν. Μέσα σε μια κρίση, απαισιοδοξίας, τα βάζει με όλη την κοινωνία, γίνεται σοσιαλιστής, παίρνει μέρος στην επανάσταση του 1848 και, για να αποφύγει την καταδίκη, δραπετεύει και καταφεύγει στη Ζυρίχη όπου περνάει δέκα ολόκληρα χρόνια. Εκεί, αφήνει την πολιτική και ξαναγυρίζει στη μουσική. Γράφει τα σπουδαία του θεωρητικά συγγράμματα. Το 1851 εκδίδεται το περίφημο βιβλίο του «Όπερα και Δράμα», όπου ο Βάγκνερ δογματίζει τις ιδέες του : « Η μουσική λέει, δεν πρέπει να σχολιάζει μόνο το δραματικό ποίημα, αλλά το δράμα αυτό καθαυτό». Κάτω από τη μελωδία του τραγουδιού, η ορχήστρα δεν πρέπει να ακούγεται σαν ένα ανούσιο και άψυχο ακομπανιαμέντο – ότι δεν μπορεί να πει το τραγούδι, θα το λέει η ορχήστρα, η ορχήστρα που θα είναι σαν το χορό της αρχαίας τραγωδίας και θα σχολιάζει κάθε γεγονός. Ονειρεύεται ένα μουσικό δράμα που ενώ θα ενώνει όλες τις τέχνες, θα’ναι σαν μια γιγάντια συμφωνία όπου μερικά «οδηγητικά θέματα (Leitmotive) θα χαρακτηρίζουν τα πρόσωπα ή τα αισθήματα τους και θα αποτελούν τα πρώτα στοιχεία. Έπειτα, περνώντας από τη θεωρία στη πράξη, αρχίζει αυτό το μεγαλειώδες «Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν» που αποτελείται από τέσσερα δράματα : «Ο Χρυσός του Ρήνου», η «Βαλκυρία», ο «Σίγκφριντ» και το «Λυκόφως των Θεών». Είναι το πιο μεγάλο μουσικοδραματικό έργο που γράφτηκε ποτέ.

 Wagner : Rhine Gold, Prelude - 5 min.

Wagner : Gotterdammerung - 5 min.

Wagner : Valkyrie, the ride of Valkyrie - 11 min.

Wagner : Siegfried, the funeral march - 10 min.

Αλλά, μ’όλη την δημιουργική εργασία, το ανήσυχο πνεύμα του Βάγκνερ στρέφεται σε άλλες ιδέες. Έπειτα από τον ενθουσιασμό του για το σοσιαλισμό, είναι οι θεωρίες του φιλοσόφου Σοπενχάουερ που τον κυριεύουν : Ο κόσμος είναι αδιόρθωτα κακός ( κατά τον Σοπενχάουερ) και η ανυπαρξία, η εκμηδένιση, αξίζει καλύτερα από τη ζωή. Επί πλέον δεν έχει χρήματα. Ζει εις βάρος των φίλων του και είναι συγκλονιστικά τα γράμματα που γράφει στο Λίστ, που είναι ο πιο καλός , ο μέχρι αυτοθυσίας φίλος του, επαιτώντας την βοήθεια του…..

 

Η γέννηση του Τριστάνου

 

Μέσα σε αυτή την ψυχική κατάπτωση, μια αισθηματική κρίση τον αναστατώνει ολότελα. Από καιρό κιόλας σοβαρές και βαθιές ασυμφωνίες με τη Μίνα έχουν διαταράξει την συζυγική τους ζωή. Το 1852 γνωρίζεται, στη Ζυρίχη, με το ζευγάρι Βέζεντοκ. Είναι πλούσια οικογένεια, λατρεύουν την τέχνη, λατρεύουν τον Βάγκνερ. Τον βοηθούν. Αλλά ένας φλογερός έρωτας ανάβει στις καρδιές του Βάγκνερ και της κυρίας Ματθίλδης Βέζεντοκ. Ένας έρωτας τραγικός. Η Ματθίλδη διστάζει να εγκαταλείψει τα παιδιά της, τον άντρα της, το σπίτι της. Χωρίζονται. Ο Βάγκνερ φεύγει, πηγαίνει στη Βενετία. Ολομόναχος. Χωρίζει από την Μίνα οριστικά. Και από αυτή την σύντομη και σκληρή τραγωδία γεννιέται ένα αριστούργημα : Το μουσικό δράμα «Τριστάνος και Ιζόλδη», το δράμα του έρωτα μέσα στο θάνατο. Για να το γράψει, ο Βάγκνερ διέκοψε τη σύνθεση του «Σίγκφριντ» - του τρίτου έργου από το «Δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν» -  και δεν το ξανάπιασε παρά έπειτα από οκτώ χρόνια.

Wagner : Tristan und Isolde, Prelude - 10 min.

Wagner : Tristan und Isolde, Liebestod - 7 min.

Θεμελιωτική ιδέα στον «Τριστάνο» είναι ότι ο έρωτας  έχει απαράγραπτα δικαιώματα, πάνω από κάθε νόμο, υπό τον όρο μόνο να είναι απόλυτος, μοιραίος και να αποδέχεται το θάνατο σαν μοναδική διέξοδο. Είναι το πιο παθητικό έργο του Βάγκνερ και το πιο απελπιστικό. Μας δίνει το πιο μεγάλο έρωτα μέσα από τις πιο τρομερές συνθήκες που βρέθηκαν ποτέ ανθρώπινες υπάρξεις. Τέτοιες συνθήκες που δεν επιτρέπουν την ένωση των ερωτευμένων, παρά μόνο μέσα στο θάνατο. Στην αγκαλιά της Ιζόλδης πεθαίνει ο τραυματισμένος για χάρη της Τριστάνος, πάνω στο άψυχο σώμα του, πεθαίνει η Ιζόλδη.

Η μουσική σε αυτό το δράμα σε κυριεύει, διαπερνά την καρδιά σου, σε συνεπαίρνει σε ένα άλλο κόσμο, σε κάνει να ξεχνάς κάθε γήινο, κάθε ανθρώπινο. Θείες είναι οι σκηνές της επίκλησης στη νύχτα, όπου οι δυο αγαπημένοι τραγουδούν την έκσταση της εξαφάνισης μέσα στον αιώνιο ύπνο, αριστουργηματική ιδιαίτερα η Τρίτη πράξη, γεμάτη τραγικότητα με την αντίθεση ανάμεσα στο γλυκό τραγούδι του βοσκού που αναγγέλει στον ετοιμοθάνατο Τριστάνο το φτάσιμο της Ιζόλδης, στα σπαρακτικά παράπονα του Τριστάνου και το εκστατικό τραγούδι της Ιζόλδης που ξεψυχάει πάνω στο σώμα του αγαπημένου της. Η ορχήστρα είναι εδώ ένα κύμα που αναταράσσεται διαρκώς, πότε ήρεμα και γλυκά, πότε πυρετικά, ξεσπώντας σε θύελλα, για να σβήσει σε λίγο απαλά, αιθέρια…. Η μουσική, γενικά, εδώ, έχει μια ξεχωριστή σφραγίδα που δεν βρίσκεται σε άλλο του έργο.