Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΟΠΕΡΑΣ - 1



VERDI GIUSEPPE




Ο Τζουζέπε Φορτουνίνο Φραντσέσκο Βέρντι (Giuseppe Fortunino Francesco Verdi, 18131901) ήταν Ιταλός μουσικοσυνθέτης, από τους διασημότερους στο είδος της όπερας.

Τα πρώτα χρόνια



Γεννήθηκε στη Ρονκόλα, ένα χωριό κοντά στο Μπουσσέτο της Ιταλίας, και πέθανε στο Μιλάνο. Γονείς του ήταν ο πανδοχέας Κάρλο Τζουζέπε Βέρντι και η κλώστρια Λουίτζια Ουττίνι (Luigia Uttini). Ενώ ακόμα ήταν παιδί, η οικογένεια μετακόμισε στο Μπουσσέτο, όπου η μόρφωση του μελλοντικού συνθέτη διευκολύνθηκε πολύ από τις επισκέψεις του στη μεγάλη βιβλιοθήκη της τοπικής σχολής των Ιησουιτών. Στο Μπουσσέτο ο Βέρντι πήρε τα πρώτα του μαθήματα στη μουσική σύνθεση. Πολύ νωρίς έδειξε καταπληκτική κλίση στη μουσική. Σε ηλικία 20 ετών πήγε στο Μιλάνο για να συνεχίσει τις σπουδές του και στα 23 του χρόνια πήρε τη θέση του διευθυντή της φιλαρμονικής του Μπουσσέτο. Το 1839 παρουσιάστηκε η πρώτη του όπερα, ο Ομπέρτο, στη Σκάλα του Μιλάνου, με πολύ καλές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο ο θάνατος της γυναίκας του και των δύο παιδιών του τον έφεραν σε απελπισία σε σημείο να μη θέλει πλέον άλλο ν' ασχοληθεί με τη μουσική.

Η επιστροφή



Παρά ταύτα το 1840 παρουσιάστηκε η κωμική όπερα Μια μέρα βασιλείας, η οποία όμως σημείωσε αποτυχία. Στενοχωρημένος ο Βέρντι αποσύρθηκε στο σπίτι του στο Μιλάνο. Έτσι δύο χρόνια μετά, με τον θρίαμβο της τέχνης πάνω στον πόνο του, το 1842, αποδέχθηκε την πρόταση να ξαναρχίσει να γράφει όπερες για τη Σκάλα του Μιλάνου και η όπερά του Ναμπούκο (= Ναβουχοδονόσωρ) απέσπασε πολύ καλές κριτικές και γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Από τότε ο Βέρντι αφοσιώθηκε στη σύνθεση όπερας. Ήταν η αρχή μιας θριαμβευτικής σταδιοδρομίας που συνδέθηκε πολύ στενά με τις προσπάθειες για την πολιτική ένωση (Risorgimento) της Ιταλίας. 

Η αναγνώριση εκτός Ιταλίας



Με τους Λομβαρδούς (1843), τον Ερνάνη (1844), τον Αττίλα (1846), τη Λουίζα Μίλλερ (1847) και τον Μάκβεθ (1849) ο Βέρντι πέτυχε την αναγνώρισή του ως συνθέτη και εκτός Ιταλίας. Στις αρχές τις δεκαετίας του 1850 τρεις όπερές του, ο Ριγκολέττο (1851), ο Τροβατόρε (1853) και η Τραβιάτα (1853), είχαν τεράστια επιτυχία, όπως και Οι Σικελικοί Εσπερινοί (1855) και ο Χορός Μεταμφιεσμένων (1859). Η διεθνής του καταξίωση φαίνεται και από το γεγονός ότι οι επόμενες όπερές του πρωτοανέβηκαν σε λυρικά θέατρα εκτός Ιταλίας. Το 1862 Η δύναμη του πεπρωμένου παρουσιάστηκε στην Αγία Πετρούπολη, ο Δον Κάρλος το 1867 στο Παρίσι και η Αΐντα το 1871 στο Κάιρο, για τα εγκαίνια της διώρυγας του Σουέζ.

Τα τελευταία έργα και το τέλος



Μετά από ένα μεγάλο διάστημα σιωπής, η γνωριμία του με τον κατά πολύ νεότερό του ποιητή και συνθέτη Αρίγκο Μπόιτο ανανέωσε το ενδιαφέρον του Βέρντι για την όπερα. Το 1887 παρουσιάστηκε ο Οθέλλος και τέλος το 1893 ο Φάλσταφ και τα δύο σε λιμπρέτα του Μπόιτο βασισμένα σε έργα του Σαίξπηρ. Ο Βέρντι πέθανε στις 27 Ιανουαρίου 1901 ύστερα από βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Στην κηδεία του προσήλθαν 200.000 άνθρωποι, τιμή που άρμοζε στον μεγάλο Ιταλό που τόσο αγαπήθηκε. Σε ηλικία 74 χρόνων συνέθεσε την τελευταία του όπερα, τον Φάλσταφ, που είναι βασισμένη σε ένα θέμα παρμένο από τον Σαίξπηρ. Η όπερα αυτή είναι η μόνη κωμική όπερα που έγραψε και θεωρείται ως ένα από τα πιο ώριμα έργα του. Στην όπερα Φάλσταφ η ορχήστρα χρησιμοποιείται με έναν ασυνήθιστο τρόπο, ο οποίος είναι πολύ απλός και θυμίζει μουσική δωματίου.

Εκτός από τις 26 όπερες ο Βέρντι έγραψε και εκκλησιαστική μουσική. Κορυφαίο έργο του σε αυτό τον τομέα είναι το Ρέκβιεμ[13] (1874), ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα Τέσσερα ιερά κομμάτια (1898). Επίσης έγραψε αρκετές ρομάνς και ένα κουαρτέτο για έγχορδα σε μι ελάσσονα (1873).

Εκτός μουσικής σκηνής διακρίθηκε για τον καλό χαρακτήρα του και τις αγαθοεργίες του. Μεταξύ άλλων χρηματοδότησε την ανέγερση και τη λειτουργία ενός νοσοκομείου και δημιούργησε έναν Οίκο Ανάπαυσης για τους αναξιοπαθούντες μουσικούς, σε μια κρύπτη του οποίου τάφηκε και ο ίδιος.

Όπερες







 The Best Of Verdi







1. The Force Of Destiny - Overture (0.00)
2. Nabucco - Va, Pensiero {Chorus Of The Hebrew Slaves} (8.07)
3. La Traviata - Act 1: Brindisi - Libiamo Ne Lieti Calici (13.24)
4.  Don Carlos - Duet: Ascolta (Duet Carlos - Posa, Act 2) (16.29)
5. Macbeth - Patria Oppressa (21.29)
6. Rigoletto - La Donna E Mobile (27.58)
7. Aida - Triumph March (30.11)
8. Simon Boccanegra - Aria: Ah, Te L'estremo Addio (Fiesco's Aria) (43.02)
9. Luisa Miller - Scene & Romance: Quando Le Sere (Rudolfo's Romance) (48.53)
10.  I Lombardi - Processional Chorus: Gerusalem! Gerusalem! (53.47)
11.  (Otello - Aria: Credo In Un Dio Crudel (Jago's Aria) (59.00)
12.  Il Trovatore - Vedi! Le Fosche Notturne (Gypsies' Chorus) (1.03.53)
13. Ave Maria (From Four Sacred Pieces) (1.07.05)
14.  Messa Da Requiem - Lacrymosa (1.12.52 )




01 - La Donna E Mobile (Rigoletto)
02 - Chorus Of The Hebrew Slaves (Nabucco)
03 - Overture (La Forza Del Destino)
04 - Un Di Felice (La Traviata)
05 - Merce, Dilette Amiche (I Vespri Siciliani)
06 - Brindisi (La Traviata)
07 - Di Quella Pira (Il Trovatore)
08 - Anvil Chorus (Il Trovatore)
09 - Stride La Vampa! (Il Trovatore)
10 - Ritorna Vincitor (Aida)
11 - Dio, Che Nell'alma Infondere (Don Carlo)
12 - Prelude (La Traviata)
13 - Caro Nome (Rigoletto)
14 - O Don Fatale (Don Carlo)
15 - Celeste Aida (Aida)
16 - Ernani, Involami (Ernani)
17 - Di Tu Se Fedele (Un Ballo In Maschera)
18 - Morro, Ma Prima In Grazia (Un Ballo In Maschera)
19 - Quando Le Sere Al Placido (Luisa Miller)
20 - Grand March (Aida)
21 - Dies Irae (Messa Da Requiem)
22 - Pace, Pace, Mio Dio! (La Forza Del Destino)
23 - Questa O Quella (Rigoletto)
24 - Bella Figlia Dell'amore (Rigoletto)
25 - Ave Maria (Otello)
26 - Parigi, O Cara (La Traviata)
27 - Ah, La Paterna Mano (Macbeth)
28 - Squilli, Echeggi La Tromba Gerriera (Il Trovatore)
29 - O Carlo, Ascolta (Don Carlo)
30 - Ingemisco (Messa Da Requiem)
31 - Come In Quest'ora Bruna (Simon Boccanegra)
32 - Brindisi (Macbeth)
33 - O Patria Mia (Aida)
34 - La Mia Letizia Infondere (I Lombardi)
35 - Lo Sguardo Avea Degli Angeli (I Masnadieri)
36 - Solenne In Quest'ora (La Forza Del Destino)
37 - Patria Oppressa (Macbeth)
38 - Tacea La Notte (Il Trovatore)
39 - Dal Piu Remoto Esilio...O Dio Solo, Ed Odio Atroce (I Due Foscari)
40 - Auto-Da-Fe Chorus (Don Carlo)









Τρίπρακτη όπερα του Τζάκομο Πουτσίνι, από τα δημοφιλέστερα έργα του λυρικού ρεπερτορίου. Θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα του ιταλικού βερισμού (ρεαλισμού).
Η Τόσκα, μία τραγική ερωτική ιστορία με πολιτικό φόντο, εκτυλίσσεται στη Ρώμη του 1800, όταν την Αιώνια Πόλη κυβερνούσαν αυταρχικά οι Βουρβώνοι. Η Φλόρια Τόσκα (ερμηνεύεται από σοπράνο), μια δημοφιλής τραγουδίστρια της εποχής, είναι ερωτευμένη με τον ζωγράφο Μάριο Καβαραντόσι (ερμηνεύεται από τενόρο). Ο βαρώνος Σκάρπια (ερμηνεύεται από βαρύτονο), αρχηγός της αστυνομίας του καθεστώτος, συλλαμβάνει τον Καβαραντόσι για τις δημοκρατικές του πεποιθήσεις. Όταν η Τόσκα του ζητά να απελευθερώσει τον αγαπημένο της, αυτός δέχεται, αλλά υπό έναν όρο: να υποκύψει στις ορέξεις του…
Η δημιουργία της όπερας πέρασε από χίλια κύματα. Ο συνθέτης είδε το ομώνυμο θεατρικό έργο του Βικτοριέν Σαρντού το 1887 στο Παρίσι, με τη Σάρα Μπερνάρ στο ρόλο της Τόσκα. Ενθουσιάστηκε και διαμήνυσε στον ατζέντη του να του κλείσει τα δικαιώματα του έργου για να το μεταφέρει στην όπερα. Το ίδιο έπραξαν και ο διάσημος συνάδελφός του Τζουζέπε Βέρντι και ο Αλμπέρτο Φρανκέτι. Τελικά, ο Βέρντι αποσύρθηκε, επειδή διαφωνούσε με το φινάλε του Σαρντού. Ο Φρανκέτι κέρδισε τα δικαιώματα, αλλά γρήγορα αποσύρθηκε, επειδή η έμπνευση τον είχε εγκαταλείψει και δεν μπόρεσε να συνθέσει μια μουσική αντάξια του έργου.
Έτσι, ο δρόμος έμεινε ανοιχτός για τον Πουτσίνι, ο οποίος δεν φάνηκε ζεστός, επειδή δεν είχε προτιμηθεί στην αρχή. Τελικά πείστηκε να συνθέσει την όπερα σε λιμπρέτο των Λουίτζι Ιλικα και Τζουζέπε Τζακόζα. Το Οκτώβριο του 1899 η όπερα ήταν έτοιμη, δώδεκα χρόνια μετά το αρχικό ενδιαφέρον του Πουτσίνι.

Α’ Πράξη / Σάντ’ Αντρέα ντέλλα Βάλλε (Άγιος Aνδρέας του Kάμπου), Ρώμη, Ιούνιος του 1800. Ο Τσέζαρε Αντζελόττι, πολιτικός κρατούμενος που έχει αποδράσει, αναζητά κρησφύγετο σε παρεκκλήσι του ναού, στον οποίο εισέρχεται ο Νεωκόρος ακολουθούμενος από το ζωγράφο Μάριο Καβαραντόσσι. Παρ’ ότι εκείνος φιλοτεχνεί εικόνα της Mαρίας Μαγδαληνής με ξανθά μαλλιά, λέει ότι του θυμίζει τη μελαχρινή αγαπημένη του Φλόρια Τόσκα, γνωστή τραγουδίστρια όπερας. Μετά την αποχώρηση του Νεωκόρου, ο Καβαραντόσσι συναντά τον Αντζελόττι και υπόσχεται να τον βοηθήσει ώστε να φύγει μυστικά από τη Ρώμη. Ακούγοντας την Τόσκα να πλησιάζει, ο Αντζελόττι κρύβεται πάλι. Εκείνη έχει ακούσει τον αγαπημένο της να συνομιλεί με κάποιον, μα δεν βλέπει άλλο πρόσωπο και εκφράζει την παθολογική ζήλια της, ανακρίνοντάς τον εξαντλητικά. Ο Καβαραντόσσι την καθησυχάζει, κι έτσι η Τόσκα αποχωρεί. Ο ζωγράφος σχεδιάζει με τον Αντζελόττι τη φυγάδευσή του. Ύστερα φεύγουν μαζί βιαστικά από το παρεκκλήσι.

Πλήθος πιστών συγκεντρώνονται για το Te Deum, ενώ καταφτάνει ο αρχηγός της αστυνομίας, βαρόνος Σκάρπια, με τον αστυνομικό Σπολέττα, αναζητώντας τον Αντζελόττι. Η Τόσκα επιστρέφει. Ο Σκάρπια, που υποπτεύεται τον Καβαραντόσσι και ταυτόχρονα ποθεί την όμορφη τραγουδίστρια, βασίζεται στη γνωστή ζήλια της ώστε να εκμαιεύσει πληροφορίες. Παρ’ όλα αυτά, δεν κατορθώνει πολλά. Ενώ το πλήθος υμνωδεί, ο Σκάρπια ορκίζεται να οδηγήσει τον Καβαραντόσσι στην κρεμάλα και την Τόσκα στην αγκαλιά του.

Β’ Πράξη / Αίθουσα του μεγάρου Φαρνέζε, όπου διαμένει ο Σκάρπια. Καθώς ο βαρόνος δειπνεί, αναλογίζεται πόσο πολύ ποθεί την Τόσκα. Ο Σπολέττα ανακοινώνει ότι δεν βρήκε τον Αντζελόττι, αλλά ότι συνέλαβε τον Καβαραντόσσι για ύποπτη συμπεριφορά. Ο Σκάρπια, που στο μεταξύ έχει καλέσει την Τόσκα, ανακρίνει το ζωγράφο, ο οποίος αρνείται πως γνωρίζει οτιδήποτε. Η τραγουδίστρια φτάνει τη στιγμή που ο αγαπημένος της βασανίζεται σε διπλανό δωμάτιο. Δεν αντέχει να ακούει τις φωνές και αποκαλύπτει στον Σκάρπια το κρησφύγετο του Αντζελόττι, που της έχει εμπιστευτεί ο εραστής της. Ο Καβαραντόσσι οδηγείται μπροστά τους ενόσω αναγγέλλεται η νίκη των στρατευμάτων του Ναπολέοντα στο Μαρένγκο. Ο ζωγράφος πανηγυρίζει.

Έξαλλος ο Σκάρπια διατάζει τη φυλάκισή του. Στη συνέχεια, μόνος με την Τόσκα, ο βαρόνος διαπραγματεύεται την αποφυλάκιση του αγαπημένου της: Προκειμένου να τον αφήσει ελεύθερο, εκείνη θα πρέπει να υποκύψει στις ορέξεις του. Σε απόλυτη απόγνωση, η Τόσκα συμφωνεί. Ο Σκάρπια υποκρίνεται πως ζητά από τον Σπολέττα ψευδή εκτέλεση του Καβαραντόσσι. Αφού όμως ετοιμάσει το έγγραφο με το οποίο η Τόσκα και ο αγαπημένος της θα μπορούν να φύγουν ανενόχλητοι από τη Ρώμη, εκείνη αρπάζει ένα μαχαίρι από το τραπέζι του δείπνου και, οπλισμένη με μίσος και αηδία, τον φονεύει.

Γ’ Πράξη / Λίγες ώρες αργότερα, ξημέρωμα στο Καστέλ Σάντ’ Άντζελο. Ηχούν οι καμπάνες του Αγίου Πέτρου και ακούγεται από μακριά η φωνή ενός Βοσκού. Αναμένοντας την εκτέλεσή του, ο Καβαραντόσσι σκέφτεται μόνο τα γλυκά φιλιά της αγαπημένης του. Πάνω στην ώρα φτάνει η Τόσκα, αφηγείται το κατόρθωμά της και τον καθησυχάζει εξηγώντας ότι η εκτέλεσή του, όπως πιστεύει, θα είναι εικονική. Του υποδεικνύει πώς ακριβώς να κινηθεί και στη συνέχεια ενθουσιάζεται με τη φυσικότητα με την οποία ο Καβαραντόσσι υποκρίνεται, όπως νομίζει, τον νεκρό μόλις το απόσπασμα τον πυροβολεί. Περιμένει ώσπου να φύγουν οι στρατιώτες. Όταν πηγαίνει κοντά του για να τον ειδοποιήσει ότι ο δρόμος προς την ελευθερία είναι πλέον ανοιχτός, αντιλαμβάνεται ότι ο Σκάρπια την ξεγέλασε. Εκείνη τη στιγμή εισέρχονται στρατιώτες οδηγούμενοι από τον Σπολέττα: Το έγκλημά της αποκαλύφθηκε, και θα πληρώσει. Ωστόσο, προτιμά να πέσει στο κενό παρά στα χέρια τους. Με τον Σκάρπια θα αναμετρηθεί πια ενώπιον του Θεού.

Συνοπτικά
Η "Τόσκα" είναι δράμα σε τρεις πράξεις που συνέγραψε ο Βικτοριέν Σαρντού.
Η υπόθεση (σκηνή) του έργου φέρεται να διαδραματίζεται περί το 1800. Ο ζωγράφος Μάριο Καβαραντόσσι, εραστής της διάσημης αοιδού Τόσκα, φερόμενος ότι παρείχε άσυλο σε κάποιον καταδιωκόμενο κατά διαταγή του Διευθυντή της Αστυνομίας Σκάρπια συλλαμβάνεται και ρίχνεται στη φυλακή μέχρι την εις θάνατο καταδίκη του. Την παραμονή της εκτέλεσης η Τόσκα εκλιπαρεί τον διοικητή της Αστυνομίας για να του χαρίσει τη ζωή. Εκείνος την διαβεβαιώνει πως τα όπλα των ανδρών του εκτελεστικού θα γεμίζονταν απλώς με πυρίτιδα αντί σφαιρών με την προϋπόθεση να του δοθεί. Εκείνη υποκρινόμενη ότι δέχεται την πρόταση και μόλις εξασφαλίζει την έγγραφη άδεια εξόδου που θα εξασφάλιζε και τη φυγή της με τον Μάριο φονεύει με ένα εγχειρίδιο τον Σκάρπια.
Τελικά όμως ο Μάριο κατά την εκτέλεση πέφτει νεκρός από τα αληθινά πυρά του εκτελεστικού αποσπάσματος και η Τόσκα έξαλλη και απελπισμένη πέφτει στον Τίβερη.
Το δράμα αυτό όταν πρωτοανέβηκε στη θεατρική σκηνή προκάλεσε μεγάλη εντύπωση. Ειδικά όμως υπό την ηθοποιία της Σάρα Μπερνάρ το έργο "Τόσκα" βρήκε μια τέλεια ερμηνεύτρια του ρόλου.


Placido Domingo - Tosca - E lucevan le stelle


Tosca - Maria Callas - Great aria and breathtaking scenes



Angela GHEORGHIU - Vissi d'arte - Tosca - Puccini


Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Ποιήματα στην τύχη !!!

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.


Αφιέρωμα στην Emily Dickinson


Η Emily Dickinson γενήθηκε το 1830 στο Amherst της Μασσαχουσέτης. Αν και παρέμεινε σχεδόν αφανής όσο ζούσε, αναγνωρίζεται πλέον ως από τους σημαντικότερους Αμερικανούς -και όχι μόνο- ποιητές, και είναι δημοφιλής διεθνώς. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στο πατρικό της, στο Άμχερστ βυθισμένη μέσα στον κόσμο της ποίησής της. Μέχρι τον θάνατό της, όσα από τα σχεδόν 1800 ποιήματά της δεν είχε περιλάβει σε γράμματά της, παρέμεναν άγνωστα, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Πέθανε το 1866 αφήνοντας πίσω της ένα μοναδικό ποιητικό έργο.

Κατά τη δεσπόζουσα άποψη, η ποίηση της Έμιλυ Ντίκινσον (Emily Dickinson 1830 – 1886) ανήκει στην πιο σημαντική προσφορά της αμερικανικής λογοτεχνίας. Έζησε σε εκείνη τη σημαδιακή χρονική περίοδο του δέκατου ένατου αιώνα, όπου εντελώς ξαφνικά, άρχισαν να εμφανίζονται διάφορα λογοτεχνικά έργα που εμφορούνταν από έναν ομοιόμορφο χαρακτήρα και ένα κοινό σύστημα αξιών.
Μέχρι τα εικοσιπέντε της, η Έμιλυ ήταν σαν όλες τις άλλες κοπέλες στα χωριά της Νέας Αγγλίας. Στις αρχές του 1850 ανήκε σε μια γενιά φιλαναγνωστών και φυσιολατρών που πήγαιναν εκδρομές στα δάση. Δείγματα απομόνωσης άρχισε να εκδηλώνει κατά το πέρασμά της δεκαετίας όλο και πιο συχνά και πιο απόλυτα.

Το 1862, έγραψε 366 ποιήματα μέσα σε ένα χρόνο, κάτι που δεν είχε γίνει ποτέ πριν, 141 το 1863, 174 το 1864, 85 το 1865, και κάθε χρόνο έγραφε 10 με 50 ποιήματα ετησίως. Επομένως, η μεγαλύτερη παραγωγικότητα της, εμφανίζεται κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, που ήταν το πιο καθοριστικό ιστορικό γεγονός στη ζωή της.
Μετά το τέλος του Εμφυλίου, η Ντίκινσον απομονώθηκε τόσο πολύ κοινωνικά, ώστε άρχισε να γίνεται ένας «τοπικός θρύλος». Το 1868 ο Χίγκινσον την προσκάλεσε να πάει στη Βοστόνη για να συμμετάσχει σε συγκεντρώσεις, γυναικείων, λογοτεχνικών συντροφιών. Εκείνη του απάντησε σε μια επιστολή: « Αν θα σας ήταν απολύτως βολικό να ταξιδέψετε μέχρι εδώ πέρα στο Άμερστ θα χαιρόμουν πολύ, μα εγώ δεν διαβαίνω τον περίβολο του Πατέρα μου προς οποιοδήποτε σπίτι ή πόλη».
Άρχισε να παραμένει στο δωμάτιο της ακόμη κι όταν έρχονταν επισκέπτες και τους μιλούσε πίσω από την πόρτα αντί για πρόσωπο με πρόσωπο.
Το ντύσιμο της Ντίκινσον έγινε μύθος στο κουτσομπολιό της μικρής πόλης. Με άλλα λόγια και οι φορεσιές που προτιμούσε συνέβαλαν στη διάδοση ότι η Έμιλυ ήταν «διαφορετική» από όλους τους άλλους. Ο αδελφός της και η οικογένεια του προσπάθησαν να την προστατέψουν με το να αρνούνται να μιλούν γι αυτήν στους ντόπιους. Όταν η Ντίκινσον συνάντησε τον Χίγκινσον, ήταν ντυμένη στα λευκά, κάτι που είχε γίνει συνήθειά της, περίπου από την εποχή που απεβίωσε, ο Γουάντσγουέρθ, (1861-1862). Αργότερα τα λευκά έγιναν το αποκλειστικό ντύσιμό της.

Για παράδειγμα το 1867 μιλούσε στους επισκέπτες της πίσω από μια πόρτα και γενικά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής της απέφευγε να τους αντικρύσει. Έτρεχε μακριά από την μπροστινή είσοδο όταν άκουγε χτύπημα στην πόρτα. Ελάχιστοι ντόπιοι την είχαν δει τότε, και όποτε συνέβη αυτό ήταν πάντα λευκοντυμένη.
Η Έμιλι άφησε ρητή εντολή να κάψουν όλη την αλληλογραφία της μετά το θάνατό της, και η Λαβίνια ατυχώς την εκτέλεσε. Μπορούμε να φανταστούμε, όμως την έκπληξή της, όταν βρήκε περισσότερα από δυο χιλιάδες ποιήματα και σημειώσεις μέσα σε ένα σεντούκι μαζί με τη δαγεροτυπία της Έμιλι όταν ήταν περίπου δεκαέξι ετών.

Τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό της Ντίκινσον, δηλαδή το 1890 δημοσιεύτηκαν τα Ποιήματά της. Η πρώτη αυτή συλλογή ποιημάτων της περιελάμβανε 115 ποιήματα.




Από την συλλογή «Το Μέγα Ύδωρ»

1.
Όταν η νύχτα φεύγει, κι είναι
το χάραμα τόσο κοντά
που τα κενά σχεδόν αγγίζεις-
ώρα να στρώσεις τα μαλλιά,
να ετοιμάσεις τα λακκάκια,
και νʼ απορήσεις τι να ήσαν
τα γηραιά, ξεθωριασμένα
μεσάνυχτα και σε φόβισαν.
2.
Η Φύση κάνει να διψούμε,
ώστε, πεθαίνοντας μετά,
λίγο νερό εκλιπαρούμε
σε δάχτυλα περαστικά.
Δηλοι την πιο λεπτή για μας
ανάγκη που εν αφθονία
πληροι το μέγα προς δυσμάς
το Ύδωρ, η Αθανασία.
3.
Υπάρχει μοναξιά του χώρου
και μοναξιά των θαλασσών
και μοναξιά θανάτου, κι όλες
μοιάζουν εσμοί πρωτευουσών
μπροστά στο πολικό τοπίο
-μια περατή απεραντότης-
εκεί που η ψυχή ανοίγει
και δέχεται τον εαυτό της.
4.Η φήμη είναι μέλισσα.
Έχει κεντρί, έχει τραγούδι-
Α, έχει όμως και φτερά.

Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα.
Η Στεριά – απ’ το αρμένισμα στα Πέλαγα.
Η Έκσταση – απ’ την οδύνη –
Η Ειρήνη, απ’ των πολέμων της το χρονικό –
 Η Αγάπη, απ’ του τάφου το ανάγλυφο –
 Τα Πουλιά, απ’ το χιόνι.
Μετάφραση: Ερρίκος Σοφράς, εκδ. Το Ροδακιό


Emily Dickinson, Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά. Ποιήματα και Επιστολές,
Συμπεριλαμβάνει μεταφρασμένα στα ελληνικά κάποια από τα πιο αντιπροσωπευτικά ποιήματα όλων των φάσεων του έργου της ποιήτριας  (έγραψε γύρω στα 1800 ποιήματα, στα οποία δεν έδινε τίτλους, και για αυτό ταξινομούνται με βάση την αριθμητική κατάταξη που έγινε από τις πρώτες εκδόσεις)
{Fr 1381/ J 1354}

Είναι η Καρδιά πρωτεύουσα του Νου
ο Νους είναι μια ενιαία Πολιτεία-
Καρδιά και Νους μαζί αποτελούν
Μια Ήπειρο μονάχη και ενιαία-

Ένας-είναι σ' αυτήν ο Πληθυσμός-
Κι έχει πολλούς στον αριθμό κατοίκους-
Τούτο το Έθνος το εκστατικό
Γύρεψε-είσαι εσύ ο Ίδιος.

The Heart is the Capital of the Mind
The Mind is a single State-
The Heart and the Mind together make
A single Continent-

One-is the Population-
Numerous enough-
This ecstatic Nation
Seek-it is Yourself.

{Fr 577/ J 374}

Πήγα στα Ουράνια-
Ήταν μια μικρή Πόλη-
Φωτισμένη-με Ρουμπίνι-
Αφρισμένη-με Φτέρωμα-όλη

Πιο ακίνητη-κι απ' τα λιβάδια
Στην απόλυτη Δροσιά-
Όμορφη-σαν Ζωγραφιά-
Που Κανείς δεν ζωγράφισε-
Άνθρωποι-σαν Λεπιδόπτερα-
Από Δαντέλα-μορφές-
Καθήκοντα-από Τούλι-
Και από Ιστό αράχνης-ονόματα-
Σχεδόν-ικανοποιημένη-
Θα μπορούσα-να είμαι κι εγώ-
Μέσα σ' ένα Κόσμο
Τόσο μοναδικό-

I went to Heaven
't was a small Town
Lit-with a Ruby-
Lathed-with Down-

Stiller-than the fields
At the full Dew-
Beautiful-as Pictures-
No Man drew-
People-like the Moth-
Of Mechlin-frames-
Duties-of Gossamer-
And Eider-names-
Almost-contented
I-could be-
'Mong such unique
Society-
Fr. Leighton, Μοναξιά. 1890. Maryhill Museum of Art

{Fr 982/ J 919}

Αν σταματήσω μια καρδιά που πάει να σπάσει
Δεν ήρθα μάταια στη ζωή
Αν απαλύνω κάποιου την Οδύνη
Ή ηρεμήσω άλλου τον Πόνο

Ή βοηθήσω τον μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη
Να μπει ξανά μες στη Φωλιά
Δεν ήρθα μάταια στη ζωή.

If I can stop one Heart from breaking
I shall not live in vain
If I can ease one Life the Aching
or Cool one Pain

Or help one fainting Robin
Unto his Nest again
I shall not live in vain.

Σε περιμένω παντού – Τάσος Λειβαδίτης

Την αγάπη μας αύριο θα τη διαβάζουν
τα παιδιά στα σχολικά βιβλία,
πλάι στα ονόματα των άστρων
και τα καθήκοντα των συντρόφων.
Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα
θα προτιμούσα μια μικρή στιγμή πλάι σου.
Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερά και μεγάλα
σα δυο νύχτες έρωτα μες στον εμφύλιο πόλεμο.
Α! ναι, ξέχασα να σου πω,
πως τα στάχυα είναι χρυσά κι απέραντα
Γιατί σ’ αγαπώ.

Επέστρεφε – Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με –
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα•
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται…


Σ’ αγαπώ – Μυρτιώτισσα Εκδόσεις: Εστία

Σ’ αγαπώ, δεν μπορώ
Τίποτ’ άλλο να πω
Πιο βαθύ, πιο απλό
Πιο μεγάλο!

Μπρος στα πόδια σου εδώ
Με λαχτάρα σκορπώ
Τον πολύφυλλο ανθό
Της ζωής μου

Τα δυο χέρια μου, να…
Στα προσφέρω δετά
Για να γείρεις γλυκά
Το κεφάλι

Κι η καρδιά μου σκιρτά
Κι όλη ζήλια ζητά
Να σου γίνει ως αυτά
Προσκεφάλι



Η πιο όμορφη θάλασσα – Ναζίμ Χικμέτ
Η πιο όμορφη θάλασσα
είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει
Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα
Τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα
Κι αυτό που θέλω να σου πω
το πιο όμορφο απ’ όλα,
δε στο ‘χω πει ακόμα».


Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις – Πάμπλο Νερούδα Εκδόσεις: Νεφέλη

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτειά. Κι άμα κλαις μου αρέσεις, απ’ την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς, η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ’ αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας μες τη δική σου σιωπή.
Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή τη δικιά σου που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων και που λάμπει σαν αστραπή. Είσαι όμοια με την νύχτα, αγάπη μου, η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.  Απόμακρη και τόση δα και απ’ τα αστέρια φτιαγμένη είναι η δικιά σου σιωπή. Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία. Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα. Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο – μου αρκεί για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.

Ερωτικός Λόγος – Γιώργος ΣεφέρηςΕκδόσεις: Ίκαρος

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς
τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ’ ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

“Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ’ όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.


Όταν Ήρθες – Κώστας Καρυωτάκης

Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι
στον κήπον όταν ήρθες. Εγελούσες
γαλήνια, σα λευκό χαμολουλούδι.
Αμίλητος, τη μέσα μου μαυρίλα
την έκανα γλυκύτατο τραγούδι
κι απάνω σου το λέγανε τα φύλλα.


Πληθυντικός αριθμός – Κική Δημουλά Εκδόσεις: Στιγμή

Ο έρωτας
όνομα ουσιαστικόν
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.


Η Σονάτα του Σεληνόφωτος – Γιάννης ΡίτσοςΕκδόσεις: Κέδρος


Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ’ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου – η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ’ η καρδιά μου).
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.


Το Μονόγραμμα – Οδυσσέας Ελύτης Εκδόσεις: Ίκαρος

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει – ακούς;

Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει – ακούς;
Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.